Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Σημεία Ομιλίας Χρήστου Γκόκα Ειδικού Αγορητή  στο Σ/Ν του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με θέμα : «Πρότυπες προτάσεις για έργα υποδομής και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών».

  • Συζητάμε σήμερα τη θεσμοθέτηση ενός νέου πλαισίου και διαδικασιών υλοποίησης έργων υποδομής μέσα από τις πρότυπες προτάσεις. Υπάρχουν ορισμένες βασικές αρχές, κανόνες και θεσμικά πλαίσια στη λειτουργία της δημόσιας εν γένει διοίκησης και ειδικότερα στον τομέα παραγωγής των έργων υποδομής, που θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τον υγιή και επαρκή ανταγωνισμό, τα οφέλη της κοινωνίας, της οικονομίας και το κόστος ενός έργου υποδομής του δημοσίου, όπως και ίση μεταχείριση για όσους συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Η οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση, η όποια επιμέρους θεσμοθέτηση θα πρέπει να βασίζεται ανάλογα στο εθνικό δίκαιο, στο ενωσιακό δίκαιο ή σε αντίστοιχες Οδηγίες.
  • Οι δημόσιες συμβάσεις που αφορούν κατασκευή έργων υποδομής θα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο του δημοκρατικού προγραμματισμού, με τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό δημόσιο σχεδιασμό.
  • Είναι χαρακτηριστικές οι παρατηρήσεις και οι απόψεις δύο πολύ σημαντικών αρχών της Πολιτείας, της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων και της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αλλά και όσα ακούστηκαν από αρκετούς εκπροσώπους φορέων, κυρίως αυτών που συμμετέχουν ενεργά, που εμπλέκονται στον κύκλο κατασκευής δημοσίων έργων, στη μελέτη και στην κατασκευή. Διαπιστώθηκαν προβλήματα που αφορούν σε θέματα εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και του κοινωνικού οφέλους, της εξασφάλισης της ορθής αξιοποίησης των πόρων και στη στήριξη μιας βιώσιμης ανάπτυξης, στο κόστος των έργων, σε κινδύνους για φαινόμενα διαφθοράς, αλλά και στο πραγματικό όφελος για την κοινωνία και το δημόσιο.
  • Η ΕΑΑΔΗΣΥ επεσήμανε κενό δικαίου σε σχέση με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, αλλά και τον κίνδυνο για τη διαφάνεια από το πλήθος των εξαιρέσεων και των παρεκκλίσεων που εκτός των άλλων εισάγονται.
  • Δεν προκύπτει ούτε ο ίδιος ο στόχος της επιτάχυνσης δηλαδή των διαδικασιών υλοποίησης έργων πολυπλοκότητας και καινοτομίας, μεγάλων έργων άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ, που τελικά αποσκοπεί μόνο στη γρήγορη απορρόφηση πόρων, ούτε διασφαλίζεται η ορθή αξιοποίηση των πόρων και η εξυπηρέτηση του δημόσιου σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα, που θα έπρεπε οι δύο αυτοί στόχοι να αποτελούν πρώτη επιλογή και προτεραιότητα. Στην πράξη καταργείται ο δημοκρατικός προγραμματισμός.
  • Οι απανωτές κρίσεις πράγματι οδηγούν στην ανάγκη απορρόφησης και την αξιοποίηση πόρων, αλλά με βάση ένα εθνικό σχέδιο, που δεν υπάρχει και δεν συζητήθηκε ποτέ, με διαβούλευση, που επίσης δεν υπήρξε και οπωσδήποτε με διασφάλιση της διαφάνειας και του δημόσιου συμφέροντος, που φαίνεται ότι δεν εξυπηρετείται από αυτό το νομοσχέδιο, το οποίο αντικατοπτρίζει την κυβερνητική γενικότερη λογική και αντίληψη όσον αφορά στον προγραμματισμό και τη διαχείριση πόρων.
  • Πρόκειται για μια παρέμβαση που αλλάζει τα χαρακτηριστικά του πλαισίου παραγωγής δημοσίων έργων. Το πρόβλημα δεν είναι ο ιδιωτικός τομέας για εμάς ή ο ιδιωτικός φορέας, αλλά το πλαίσιο στο οποίο καλείται να συμμετέχει, ενώ όλα στο τέλος καταλήγουν στο επιτελείο του Μαξίμου για τις εγκρίσεις. Ο ιδιωτικός τομέας έχει τη δική του συμμετοχή στον χώρο της μελέτης και κατασκευής των δημοσίων έργων. Είναι σημαντική, έχει προσφέρει στη γενικότερη ανάπτυξη, αλλά πώς και κατά πόσο πρέπει να επεκταθεί η συμμετοχή του και αυτό μπορούμε και πρέπει να το συζητήσουμε.
  • Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού, χωρίς ασάφειες, με αντικειμενικά κριτήρια για όλα τα στάδια υλοποίησης ενός έργου. Είτε είναι μικρό, είτε είναι μεγάλο έργο, είτε είναι καινοτόμο και πολύπλοκο, είτε δεν είναι, πρέπει να υπάρχουν αρχές και κανόνες, όχι εξαιρέσεις που να γίνονται κανόνες. Γιατί οι διατάξεις του νομοσχεδίου που συζητάμε, για να δώσουν πολλά και μεγάλα έργα, που είναι ο στόχος σας, άρα και απορρόφηση πόρων, μόνο αν εφαρμοστούν μέσα από τις εξαιρέσεις μπορεί να πετύχουν ενδεχομένως κάτι τέτοιο.
  • Έχει εγκαταλειφθεί ο κλάδος των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών στην τύχη του, χωρίς νέες προσλήψεις, κατάρτιση και τεχνολογική υποστήριξη, παρά τη μεγάλη εμπειρία και τεχνογνωσία στην παραγωγή μεγάλων δημοσίων έργων, που κινδυνεύουν να χαθούν. Και προχωράμε χωρίς να έχουμε λύσει τα θέματα της γραφειοκρατίας. Πώς θα ξεπεραστούν οι καθυστερήσεις εγκρίσεων που καθυστερούν την ωρίμανση έργων; Πώς θα τα ξεπεράσουν αυτά οι πρότυπες προτάσεις;
  • Είναι δε χαρακτηριστική η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την αναφορά σε αντίστοιχα εργαλεία όπως στη Μεγάλη Βρετανία, όπου όμως ο ιδιωτικός τομέας χρηματοδοτεί το έργο, και κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού μόνο σε αυτήν την περίπτωση έχει νόημα αυτό το σύστημα, όταν δηλαδή ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει και το ρίσκο. Και γενικότερα επισημαίνει ότι αυτό το σύστημα θα πρέπει να χρησιμοποιείται ούτως ή άλλως με φειδώ. Αλλά και το σύστημα της Ιταλίας, που έγινε αναφορά, οδεύει επίσης προς κατάργηση, που είναι όμως κάτι διαφορετικό.
  • Έχουμε ήδη τους τρόπους κατασκευής δημοσίων έργων, με σύμβαση έργων, με ΣΔΙΤ, με σύμβαση παραχώρησης. Και το ΣΔΙΤ το χρειαζόμαστε, είναι αναγκαίο όπου υπάρχει ανταποδοτικότητα, όπου ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να εισφέρει τεχνογνωσία, να αντιμετωπίσει ειδικές συνθήκες ή να συμπληρώσει κεφάλαια. Η ανεξέλεγκτη όμως χρήση μειώνει τον ανταγωνισμό και αυξάνει το κόστος. Η έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αναφέρει ότι κοστίζουν πολλές φορές περισσότερο τα έργα αυτά από τα έργα δημοσίων συμβάσεων έως και 40%, ενώ υπάρχει και η διαδικασία του ανταγωνιστικού διαλόγου που θεσπίστηκε με τον ν.4412/2016. Αυτή τουλάχιστον αφορά σε έργα και επιλογές του αναθέτοντα φορέα. Άρα λοιπόν γιατί δεν ενσωματώνουμε αυτές τις διαδικασίες επιτάχυνσης της ωρίμανσης μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο;
  • Η νέα αυτή διαδικασία προβλέπει τέσσερα στάδια: την υποβολή της πρότυπης πρότασης, την αξιολόγηση, την έγκριση και τέλος την ανάθεση της εκτέλεσης με διαγωνιστική διαδικασία με ένα από τα τρία συστήματα που υπάρχουν, για να υλοποιηθούν έργα υποδομής. Τα ερωτήματα και οι αντιφάσεις είναι πάρα πολλές.

Παρότι, κύριοι Υπουργοί, μιλάτε συνέχεια και επαναλαμβάνετε εξαγγελίες για πολλά έργα, χωρίς βέβαια ακόμη να δούμε εργοτάξια, επικαλείστε παράλληλα την ανάγκη υλοποίησης περισσότερων έργων, για επιταχυντές εξελίξεων στα μεγάλα έργα άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και με στοιχεία συγχρόνως καινοτομίας και πολυπλοκότητας, μέσα από τις πρότυπες προτάσεις.

  • Τελικά έχουμε ή δεν έχουμε σχεδιασμένα έργα που πρέπει να προχωρήσουν και περιμένουμε κάποιες νέες ιδέες;
  • Θα λυθεί το πρόβλημα των καθυστερήσεων με τις πρότυπες προτάσεις στα δρομολογημένα έργα;
  • Αφού αυτές αφορούν συγκεκριμένων προϋποθέσεων έργα, πώς θα λυθεί αυτό το πρόβλημα;
  • Ή πόσες θα είναι τελικά οι πρότυπες προτάσεις που θα προχωρήσουν για να πετύχετε τον στόχο όπως εσείς τον τοποθετείτε για γρήγορη απορρόφηση πόρων; Ή τελικά θα μετατραπούν, θα βαφτιστούν όλα τα μεγάλα έργα που καθυστερούν πρότυπες προτάσεις;
  • Αλλιώς δεν μπορεί να προκύψει λογική εξήγηση. Μόνο αν οι εξαιρέσεις του άρθρου 3 γίνουν κανόνας.

Πρέπει να σταματήσει κάποια στιγμή στο όνομα της πανδημίας ο περιορισμός της διαφάνειας, όπως με την πρόβλεψη στο άρθρο 3 να παρακάμπτονται οι προϋποθέσεις καινοτομίας και πολυπλοκότητας για οκτώ μήνες ακόμη λόγω covid και να εντάσσονται έργα στις πρότυπες προτάσεις. Αλλά και οι άλλες εξαιρέσεις, που προβλέπουν οι αναθέτοντες φορείς να είναι και άλλοι, πέρα από τα Υπουργεία Υποδομών και Μεταφορών και Ενέργειας ή και έργα που απλώς δεν έχουν προχωρήσει.

  • Ποιος θα πάρει και για ποιον λόγο το ρίσκο για μια πρόταση που αν δεν εγκριθεί δεν θα έχει κανένα όφελος;
  •  Μήπως τελικά η όλη συζήτηση είναι προσχηματική;
  • Και γιατί να μην πάμε και σε έργα κάτω των 200 εκατομμυρίων ευρώ που έχουν χαρακτηριστικά καινοτομίας και πολυπλοκότητας; Δεν υπάρχουν τέτοια έργα;

Υπάρχουν και δύο ακόμη πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν στην αξιολόγηση και στη διαγωνιστική διαδικασία.

  • Η αξιολόγηση προβλέπεται στα άρθρα 8, 9 και 10 με τις αντίστοιχες επιτροπές και κριτήρια αξιολόγησης. Η επιτροπή είναι τετραμελής και πενταμελής για έργα ΣΔΙΤ, προεδρεύει ο Υπουργός και απουσιάζει η γνώμη των φορέων, της Περιφέρειας και των δήμων. Έτσι μπορούν να ενταχθούν έργα που για έναν ιδιωτικό φορέα έχουν ενδιαφέρον, αλλά να μην αποτελούν προτεραιότητα για τις τοπικές κοινωνίες, με την έγκριση ουσιαστικά του Υπουργού, ο οποίος εγκρίνει δηλαδή τη δική του εισήγηση ως προέδρου της επιτροπής και του Πρωθυπουργού στη συνέχεια μέσα από την Κυβερνητική Επιτροπή Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας. Ουσιαστικά, όπως είπα και πριν, αποφασίζει το επιτελείο Μαξίμου.
  • Επίσης στη διαγωνιστική διαδικασία ο προτείνων έχει προνομιακή μεταχείριση μέσα από τη δεύτερη ευκαιρία, το λεγόμενο «δικαίωμα διεκδίκησης» και αν δεν είναι ο ίδιος μειοδότης, και με το πλεονέκτημα ότι γνωρίζει καλύτερα το αντικείμενο του έργου αφού αυτός το μελέτησε. Άρα έχουμε διπλή παραβίαση του κανόνα της ίσης μεταχείρισης για τους συμμετέχοντες.

Η κριτική στο νομοσχέδιο είναι ουσιαστική. Απόδειξη είναι οι διατάξεις του άρθρου 18.

  • Εισάγεται η εξαίρεση από ορισμένες διατάξεις του ν.4412/2016 και των τροποποιήσεών του, κατά την ανάθεση των συμβάσεων του Αναπτυξιακού Προγράμματος Στρατηγικής Σημασίας. Οι συμβάσεις αυτές αφορούν σε μια ευρεία κατηγορία έργων με συνολικό προϋπολογισμό πάνω από 50 εκατομμύρια ευρώ, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που προβλέπεται η εφαρμογή αντίστοιχης διαδικασίας και σε μικρότερους προϋπολογισμούς πάνω από 30 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο και εδώ, σύμφωνα με την εισήγηση της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, δεν υπάρχει καμία αιτιολόγηση για όλες αυτές τις παρεκκλίσεις και δεν προκύπτει από πουθενά ότι αυτές θα συμβάλλουν στην επιτάχυνση της διαδικασίας εκκίνησης και ολοκλήρωσης των σχετικών διαγωνιστικών διαδικασιών.
  • Αντίθετα, δημιουργείται κενό δικαίου, όπως αναφέρεται στη γνώμη της Αρχής αυτής, που δεν συμβάλλει στη διαφάνεια και την εμπέδωση ασφάλειας δικαίου. Άρα λοιπόν καταστρατηγούνται οι αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, που θα πρέπει έτσι και αλλιώς να διέπουν όλες τις συμβάσεις ανεξαρτήτως εκτιμώμενης αξίας.

Στο άρθρο 19 προβλέπεται η παραχώρηση στο ΤΑΙΠΕΔ της δυνατότητας αναθέσεων εξειδικευμένων εργασιών σε δημόσιες συμβάσεις άνω των 30 εκατομμυρίων ευρώ, με προσφυγή στη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση της προκήρυξης.

  • Έχουμε ήδη εκφράσει την αντίθεσή μας για τη χορήγηση αυτής της αρμοδιότητας ως επέκτασης μια αμιγώς δημοσίας αρμοδιότητας του Υπερταμείου μέσω του ΤΑΙΠΕΔ και προφανώς και εδώ η αποφυγή της δημόσιας προκήρυξης για την ανάθεση υπηρεσιών συμβούλων είναι κάτι που δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Για μια ακόμη φορά έρχονται πέντε υπουργικές τροπολογίες με τριάντα έξι άρθρα συνολικά -πράγματι τριάντα έχει το νομοσχέδιο- που πρέπει να ψηφιστούν και μάλιστα ενιαία.

  • Κύριε Γιαννούλη, μας αντιγράψατε αυτήν τη φορά, καθώς είμαστε οι πρώτοι που φωνάζουμε εδώ και καιρό για αυτό το πρόβλημα, δηλαδή πότε επιτέλους θα σταματήσει αυτή η τακτική εκβίασης της ψήφου των Βουλευτών και παραπλάνησης των πολιτών μέσα από επικοινωνιακή διαχείριση, όταν συνυπάρχουν άρθρα θετικά και αρνητικά. Δημιουργούν σύγχυση στους πολίτες για το τι ψηφίζει ο καθένας, πέραν του ότι έρχονται τελευταία στιγμή τόσα άρθρα, που είναι πολύ περισσότερα από τα άρθρα του νομοσχεδίου που συζητάμε τόσες ημέρες.
  • Θα κάνω μόνο μια αναφορά για τους εργαζομένους του ΟΑΣΘ. Τους έχετε ακόμα χωρίς Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν έχουν πάρει μη μισθολογικές παροχές, που πήραν συνάδελφοί τους που εκτελούν το ίδιο έργο σε άλλους ομοειδείς φορείς, και καλώς, και τους ζητάτε εν μέσω του κύματος ακρίβειας επιστροφές χρημάτων. Έχουμε κάνει και σχετική ερώτηση. Να αποσύρετε αυτό το άρθρο, γιατί στη συγκεκριμένη τροπολογία υπάρχουν και άρθρα που μπορούμε να ψηφίσουμε.
  • Κλείνοντας, το νομοσχέδιο  δημιουργεί ένα πλαίσιο που καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει θεσμοθετήσει, ένα πλαίσιο που δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δεν εξασφαλίζει τη διαφάνεια και τον υγιή ανταγωνισμό αλλά ούτε τον έλεγχο του κόστους υλοποίησης δημοσίων έργων. Δεν διασφαλίζεται η σύνδεση με τις πραγματικές αναπτυξιακές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και τον σχεδιασμό των τοπικών φορέων.
  • Δεν εξασφαλίζει ούτε την προσδοκώμενη γρήγορη απορρόφηση πόρων, που προκρίνεται από την Κυβέρνηση σε βάρος της πραγματικής αξιοποίησης αυτών των πόρων για δημιουργία βιώσιμης ανάπτυξης, με προστιθέμενη αξία, με περιφερειακή και παραγωγική διάσταση. Υπονομεύει την προοπτική του κατασκευαστικού κλάδου, αφού σταδιακά ολοένα και περισσότεροι κατασκευαστές δημοσίων έργων μπαίνουν στο περιθώριο και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνθήκες και τα προβλήματα που συσσωρεύονται στον τομέα κατασκευής δημόσιων έργων. Καταψηφίζουμε επί της αρχής, γιατί δεν συμφωνούμε με αυτήν τη λογική και αντίληψη στη διαχείριση του προγράμματος ανάπτυξης δημόσιων έργων.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Ανδρέας Πουλάς: «Με πρόσχημα τη γραφειοκρατία, δημόσια έργα παραδίδονται στον ιδιωτικό τομέα»Ευαγγελία Λιακούλη: «Η Κυβέρνηση κατευθύνει τα μεγάλα δημόσια έργα, σε λίγους και εκλεκτούς»