Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Ομιλία Τόνιας Αντωνίου, Βουλευτή του Νότιου Τομέα Αθήνας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου με τίτλο «Κύρωση της από 9.8.2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου “Επείγουσες διατάξεις για την ενίσχυση της ακεραιότητας στη λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών” (Α΄ 152)»

Στις ώριμες δημοκρατίες, ένα σκάνδαλο παρακολούθησης πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων θα ενεργοποιούσε όλες τις διαδικασίες διαλεύκανσής του και καταλογισμού ευθυνών.

Δυστυχώς η Ελλάδα δεν ανήκει σήμερα σε αυτήν την κατηγορία χωρών.

Εάν θυμηθούμε το σκάνδαλο Watergate στην Αμερική, οι ομοιότητες είναι πολλές.

Στην αρχή 

  • άρνηση ότι υπήρχαν παρακολουθήσεις. 

Στη συνέχεια 

  • απόπειρα υποβάθμισης,
  • επιχείρηση συγκάλυψης
  • μετάθεση ευθυνών σε συνεργάτες του Προέδρου
  • αντίσταση στον έλεγχο

Εδώ όμως σταματούν οι ομοιότητες και αρχίζουν οι διαφορές. Στις χώρες όπου οι θεσμοί λειτουργούν, όταν μια τέτοια υπόθεση έρχεται στο φως, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη διερεύνησή της και τον καταλογισμό των ευθυνών, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. 

Γιατί η κατάλυση των θεσμών δεν θεωρείται ούτε δικαίωμα μιας κυβέρνησης, ούτε μαγκιά, ούτε κανονικότητα, όπως διαδίδουν τα εγχώρια φερέφωνα της κυβέρνησης Μητσοτάκη και τα τρολ που έχουν αναλάβει την προπαγάνδα της στα social media.  

Γιατί σε εκείνες τις χώρες αν σε πιάσουν, το επιχείρημα, που θυμίζει την όπερα-κωμωδία του Μότσαρτ «έτσι κάνουν όλες», δεν σε σώζει. 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι παράνομες ενέργειες της κυβέρνησης, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές, το θεσμικό πλαίσιο και τον πολιτικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν συγχωρούνται, ούτε γίνονται ανεκτές. 

Η ίδια από την πλευρά της επιχειρεί να στείλει το μήνυμα προς τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά και προς την ελληνική κοινωνία, ότι ο κλονισμός της θα σήμαινε κλονισμό της πολιτικής σταθερότητας για μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια συγκυρία που κυριαρχούν μείζονα θέματα, όπως η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές αναταράξεις και συγκρούσεις. 

Ωστόσο η μόνη αποσταθεροποιητική δύναμη στη χώρα αποδεικνύεται σήμερα η ίδια η κυβέρνηση Μητσοτάκη. 

Αποσταθεροποιητική για τη δημοκρατία και τους θεσμούς, καθώς θεωρεί τον εαυτό της πάνω από τη νομιμότητα και το κράτος δικαίου, αφού αντιστέκεται στον έλεγχο, επιχειρεί να επιβάλει σιγή ασυρμάτου στα μέσα ενημέρωσης και εμποδίζει τη διαδικασία διαλεύκανσης από την αρμόδια Εξεταστική Επιτροπή, επιβάλλοντας ένα απόρρητο που καταργεί την ελεγκτική δυνατότητα του κοινοβουλίου και εκτοξεύοντας απειλές για όσους ανοίξουν το στόμα τους. 

Αποσταθεροποιητική για την εθνική ασφάλεια, καθώς υπονομεύει τη λειτουργία και την αποστολή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δημιουργώντας παρακρατικούς μηχανισμούς παρακολούθησης πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων. 

Αποσταθεροποιητική για την εικόνα και το κύρος της χώρας, αφού μας έχει διασύρει διεθνώς. 

Αποσταθεροποιητική για την οικονομία και την κοινωνική συνοχή, 

  • με την ανικανότητα που επέδειξε στη διαχείριση της πανδημίας, των φυσικών καταστροφών και της ενεργειακής κρίσης, 
  • με την υπερφορολόγηση, τη χωρίς προηγούμενο φτωχοποίηση, την εκτόξευση του δημόσιου χρέους σε ιστορικό ρεκόρ, 
  • με τις ρουσφετολογικές ρυθμίσεις πελατειακού τύπου και με το μοίρασμα των πόρων του Ταμείου  Ανάκαμψης σε λίγους και ισχυρούς και στους κολλητούς τους εξουσίας.   

Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ο Πρωθυπουργός επιχείρησε να εμφανίσει τον εαυτό του ως επισπεύδοντα στην θεσμική θωράκιση της ΕΥΠ. 

Τώρα διαπίστωσε ο Πρωθυπουργός της χώρας ότι η ΕΥΠ χρειάζεται θεσμική θωράκιση; Τρία χρόνια τι έκανε; Τις προτάσεις μας ως ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής για τις απαιτούμενες θεσμικές αλλαγές, τις κατέθεσε ο εισηγητής μας. 

Αν η κυβέρνηση νοιαζόταν πραγματικά για τους θεσμούς θα επιδίωκε ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για τις αλλαγές, σε συνεννόηση με τα κόμματα.

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο οι θεσμικές αλλαγές. Είναι η πολιτική κουλτούρα και η πολιτική βούληση μιας κυβέρνησης να σεβαστεί τους κανόνες της δημοκρατίας και τους θεσμούς.

Γιατί οι πράξεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη δείχνουν το αντίθετο.  

Γιατί το θέμα τελικά δεν είναι η ΕΥΠ, αλλά το παρακράτος. 

Το παρακράτος δεν ελέγχεται. Καταργείται!

Μια αληθινά φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική κυβέρνηση θα έπρεπε να προστατεύει τους πολίτες και τους πολιτικούς από κάθε παρακρατικό μηχανισμό.  

Αν όμως είναι η ίδια ο εντολέας του παρακράτους, τότε καμία θεσμική αλλαγή δεν έχει αποτέλεσμα. 

Κι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι έχουν ήδη συσσωρευθεί ερωτήματα που αρνείται πεισματικά να απαντήσει, ενώ κάθε μέρα που περνά προστίθενται καινούργια. 

Γιατί εμποδίζει την έρευνα για τον εντοπισμό αυτών που κατέχουν το τρομακτικό λογισμικό παρακολούθησης predator; 

Έχει η ίδια σχέση μαζί τους; 

Έχει υπογράψει σχετικές συμβάσεις; 

Αυτός είναι τελικά ο λόγος που εμποδίζει την έρευνα από την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής; 

Οι καταστάσεις αυτές φέρνουν στη μνήμη τις εποχές που διαμορφώθηκαν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της δημοκρατικής παράταξης και της αυταρχικής δεξιάς, όταν το διακύβευμα ήταν η δημοκρατία. 

Το «κατόρθωμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν ότι κατάφερε να αναβιώσει αυτές τις διαχωριστικές γραμμές, που είχαν θολώσει. 

Εάν ελπίζει η κυβέρνηση ότι θα την σώσει η ακατάσχετη προεκλογική παροχολογία με τα χρήματα της υπερφορολόγησης των πολιτών από τους έμμεσους φόρους, είναι βαθιά νυχτωμένη. 

Την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που αποδείχθηκε ανίκανη, αναξιόπιστη και υπόλογη για θεσμικές εκτροπές δεν την έσωσε τελικά η προεκλογική παροχολογία. 

Όμως τελικά οι πολίτες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, θα δείξουν το δρόμο της εξόδου και σε αυτήν την κυβέρνηση, όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές. 

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.