Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

 

Εξεταστική Επιτροπή για την Υγεία

Θέσεις της Βουλευτού της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, Εύης Χριστοφιλοπούλου

για το ζήτημα της φαρμακευτικής δαπάνης

 

 

  1. Εισαγωγή

 

Ο λαός περιμένει επιτέλους από τη Βουλή των Ελλήνων, την πλήρη διαλεύκανση όλων των ανοιχτών ερωτημάτων για το ΠΩΣ και ΓΙΑΤΙ φθάσαμε στην οικονομική κρίση. Έχει λοιπόν την απαίτηση και από την Εξεταστική Επιτροπή να διερευνήσει τη διαχρονική εξέλιξη των δαπανών υγείας, και τις ευθύνες πολιτικών προσώπων που τυχόν προκύπτουν. Δυστυχώς και με ευθύνη της πλειοψηφίας, η αναζήτηση της αλήθειας για άλλη μια φορά υποβαθμίστηκε στις εργασίες της Επιτροπής. Αντί να επικεντρωθούμε και να αφιερώσουμε χρόνο στα μέτρα συγκράτησης της δαπάνης, ως το 2004, στην προκλητική διόγκωση της περιόδου 2005-2009 που μας κόστισε σωρευτικά άνω των είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ, και στη συνέχεια στην εκ νέου περιστολή της από το 2010 και μετά, αντί να προσπαθήσουμε να συμφωνήσουμε για το τι πρέπει από εδώ και πέρα να κάνουμε και τι να μην κάνουμε, η κυβερνητική πλειοψηφία με σαφέστατη κομματική και σκανδαλοθηρικά ατζέντα, επικεντρώθηκε σε οτιδήποτε θα προσφερόταν για προεκλογική πολιτική εξόντωση των αντιπάλων τους. Και τελικά ούτε αυτό δεν κατάφερε αφού το πόρισμα δεν καταλήγει σε πραγματικό ποινικό αντίκρισμα ή οποιαδήποτε ευθύνη πολιτικών προσώπων.

Και είναι κρίμα γιατί το μεγαλύτερο «σκάνδαλο» που πρέπει να διερευνηθεί, είναι η αλόγιστη σπατάλη και η διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης και της νοσοκομειακής δαπάνης, την περίοδο 2005-2009. Διότι η πραγματική ζημία του Δημοσίου προκύπτει από την εκτίναξη της ετήσιας φαρμακευτικής δαπάνης από τα 2,43 δις ευρώ το 2004 στα 5,1 δις ευρώ το 2009. Δαπάνη, που ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων θεσμικών πρωτοβουλιών, έπεσε στα 2,8 δις ευρώ το την περίοδο 2009-2011 και στα 2 δις το 2014. Αυτή η δραστική περιστολή της δαπάνης ήταν αναμφίβολα αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας συστηματικής ανατιμολόγησης όλων των φαρμάκων που οδήγησε σε μεσοσταθμική μείωση της ex factory τιμής κατά 20%, της σύστασης του ΕΟΠΥΥ, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, της συνταγογράφησης με δραστική ουσία, των κλειστών προϋπολογισμών των νοσοκομείων, των rebates και των claw back, το οικονομικό αποτύπωμα των οποίων είναι ευκρινές.

Είναι επίσης χρέος της Εξεταστικής να εξετάσει εάν τα μέτρα αυτά είχαν ή όχι την συνέχεια που έπρεπε. Αν τα προβλήματα που προέκυψαν αντιμετωπίστηκαν λυσιτελώς μέχρι και σήμερα, ή εάν έγιναν κατόπιν βήματα οπισθοχώρησης. Ενδεικτικά και μόνο μπορεί να αναφερθεί η μη τιμολόγηση των φαρμάκων το 2015 (ενώ ο νόμος υποχρέωνε την Κυβέρνηση να τιμολογήσει δύο φορές, εκείνη τιμολόγησε μόνο μία κι αυτή στις 14/12/2015, με αποτέλεσμα να χαθεί όλο το έτος σε βάρος των ασφαλισμένων και υπέρ των εταιρειών και κάποιοι να κερδίσουν εκατομμύρια σε φάρμακα που οι τιμές τους θα μειώνονταν) αλλά και οι οδηγίες ταυτοποίησης των τιμών των φαρμάκων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που περιορίζουν το πεδίο εύρεσης χαμηλότερων τιμών.

Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι με ευθύνη της πλειοψηφίας η Εξεταστική επέλεξε συνειδητά να μην αναζητήσει την ΑΛΗΘΕΙΑ για το χώρο της υγείας και να σιωπήσει και να αφήσει στο απυρόβλητο τα έργα και ημέρες των Κυβερνήσεων αφενός του Κώστα Καραμανλή και αφετέρου των Τσίπρα / Καμμένου.

 

Παρά το ότι το μείζον πολιτικό ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολήσει την Εξεταστική Επιτροπή είναι η διαχρονική εξέλιξη των δαπανών υγείας, και οι ευθύνες πολιτικών προσώπων που τυχόν προκύπτουν, με ευθύνη της πλειοψηφίας το κορυφαίο αυτό ζήτημα υποβαθμίστηκε στις εργασίες της Επιτροπής. Αντί η Επιτροπή να επικεντρωθεί και να αφιερώσει χρόνο στα μέτρα συγκράτησης της δαπάνης, που την διατήρησαν υπό έλεγχο ως το 2004, στην προκλητική διόγκωση της περιόδου 2005-2009, και στη συνέχεια στην εκ νέου περιστολή της από το 2010 και μετά, με ευθύνη της πλειοψηφίας ασχολήθηκε ετεροβαρώς με φερόμενα «σκάνδαλα» που προσφέρονται μεν για προεκλογική πολιτική εξόντωση των αντιπάλων, αποδείχθηκαν όμως ανυπόστατα, χωρίς πραγματικό ποινικό αντίκρυσμα ή οποιαδήποτε ευθύνη πολιτικών προσώπων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μείζον θέμα του φαρμάκου αφιερώθηκαν μόνον 5 συνεδριάσεις (αντιμετωπίστηκε δηλ. ως περίπου ίσης βαρύτητας με το αντικειμενικά «έλασσον» θέμα των αρθροσκοπήσεων) και δεν εξετάστηκαν μάρτυρες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην αποκάλυψη της αλήθειας (ιδίως, οι αρμόδιοι Υπουργοί και Γενικοί Γραμματείς της ελεγχόμενης περιόδου, οι διατελέσαντες Πρόεδροι του ΕΟΦ καθώς και οι Πρόεδροι της ΠΕΦ, του ΣΦΕΕ, του ΠΙΣ και του ΠΦΣ, σύμφωνα και με την σχετική πρόταση της ΔΗ.ΣΥ.).

 

Το μόνο «σκάνδαλο» στο οποίο θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί πολιτικά, ήταν η αλόγιστη σπατάλη και τη διόγκωση της Δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης την περίοδο της 2005-2009. Διότι η πραγματική ζημία του Δημοσίου προκύπτει από την εκτίναξη της Δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης από τα 2,43 δις ευρώ το 2004 στα 5,1 δις ευρώ το 2009. Δαπάνη, που ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων θεσμικών πρωτοβουλιών, έπεσε στα 2,8 δις ευρώ το την περίοδο 2009-2011 και στα 2 δις το 2014. Η δραστική περιστολή της δαπάνης ήταν αναμφίβολα αποτέλεσμα της σύστασης του ΕΟΠΥΥ, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, του νέου συστήματος τιμολόγησης, της συνταγογράφησης της δραστικής ουσίας, των κλειστών προϋπολογισμών των νοσοκομείων, των rebates και των claw back, το οικονομικό αποτύπωμα των οποίων είναι ευκρινές.

 

Είναι χρέος της Εξεταστικής να εξετάσει εάν τα μέτρα αυτά είχαν ή όχι την συνέχεια που έπρεπε. Αν τα προβλήματα που προέκυψαν αντιμετωπίστηκαν λυσιτελώς μέχρι και σήμερα, ή εάν έγιναν κατόπιν βήματα οπισθοχώρησης. Ως ενδεικτικό και μόνο τέτοιο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η μη τιμολόγηση των φαρμάκων το 2015 (ενώ ο νόμος υποχρέωνε την Κυβέρνηση να τιμολογήσει δύο φορές, εκείνη τιμολόγησε μόνο μία κι αυτή στις 14/12/2015 – δηλαδή καμία- , με αποτέλεσμα να χαθεί όλο το έτος σε βάρος του ΕΟΠΥΥ, των ασφαλισμένων και υπέρ των εταιρειών και κάποιοι να κερδίσουν εκατομμύρια σε φάρμακα που οι τιμές τους θα μειώνονταν).

Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι με ευθύνη της πλειοψηφίας η Εξεταστική επέλεξε συνειδητά να μην δώσει το βάρος που έπρεπε στο μείζον ζήτημα των δημοσίων δαπανών στο χώρο της υγείας και να σιωπήσει και να αφήσει στο απυρόβλητο τα έργα και ημέρες των Υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ.

 

 

  1. Εξέλιξη της Καθαρής Δημόσιας Φαρμακευτικής Δαπάνης 2000-2014 και μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής

 

Προκειμένου να καταστεί σαφής η εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα, και οι επιπτώσεις των επιμέρους θεσμικών πρωτοβουλιών σε αυτήν, προτάσσεται ο κατωτέρω πίνακας, που δείχνει με ενάργεια την εξέλιξη των βασικών μεγεθών, σε ό,τι αφορά την καθαρή δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, και τις οικονομικές επιπτώσεις συγκεκριμένων θεσμικών πρωτοβουλιών.

 

  1. Η περίοδος μέχρι το 2009

Προϋπολογιστικά και απολογιστικά στοιχεία

 

Στην Ελλάδα, η Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Ασφάλισης (ΓΓΚΑ) του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Ασφάλισης, δημοσίευε σε ετήσια βάση μέχρι το 2009, τους Κοινωνικούς Προϋπολογισμούς των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) οι οποίοι παρέχουν στοιχεία για τις δαπάνες υγείας των ασφαλιστικών ταμείων. Σύμφωνα λοιπόν με τους Κοινωνικούς Προϋπολογισμούς, οι φαρμακευτικές δαπάνες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) συνολικά αυξάνονταν διαχρονικά από το 1990 μέχρι το 2009.

Τα στοιχεία αυτά είναι προϋπολογιστικά και παρουσιάζονται σε τρέχουσες τιμές. Η φαρμακευτική δαπάνη των ΦΚΑ ήταν 166 εκατ. ευρώ το 1990 και έφθασε το 2009 στα 4,01 δισ. ευρώ, δηλαδή μέσα σε 20 χρόνια η δαπάνη για φάρμακα αυξήθηκε κατά 40 περίπου φορές.

Το 1990 οι ΦΚΑ ξόδεψαν 17 ευρώ για φάρμακα των ασφαλισμένων τους, ενώ το 2009 ξόδεψαν 372 ευρώ για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή περίπου 20 φορές περισσότερο. Περισσότερο αξιόπιστα στοιχεία για τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη προκύπτουν από τα απολογιστικά στοιχεία των ισολογισμών των ΦΚΑ. Η εικόνα που δίνουν είναι αποκαλυπτική σε σχέση με τα προϋπολογιστικά στοιχεία. Έχουμε στη διάθεση μας τις φαρμακευτικές δαπάνες μόνο από το 2004 έως 2012.

Σύμφωνα α) με τα απολογιστικά στοιχεία της ΓΓΚΑ του Υπουργείου Απασχόλησης, για τους φορείς αρμοδιότητάς του, β) με τα απολογιστικά στοιχεία του ΟΠΑΔ και γ) του Οίκου Ναύτου (οι δύο αυτοί φορείς είναι εκτός αρμοδιότητας ΓΓΚΑ), η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη των ΦΚΑ αυξανόταν περισσότερο από μισό δισ. ευρώ κάθε χρόνο από το 2004 μέχρι το 2009, οπότε και έφθασε στο 2,5% του ΑΕΠ.

Ενώ περίπου μέχρι το 2004, η Ελλάδα συμβαδίζει με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, από το 2004 και μετά, η κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα αυξάνεται ραγδαία και απομακρύνεται από τον μέσο όρο. Επιπροσθέτως συγκρίνοντας την Ελλάδα με τις χώρες της Ευρωζώνης, πάλι θα διαπιστώσουμε ότι, για παράδειγμα το έτος 2007 η δαπάνη για φάρμακα ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν η μεγαλύτερη μεταξύ των 17 χωρών της Ευρωζώνης.

Από την ελεγχόμενη περίοδο διακρίνονται σαφώς η περίοδος μέχρι το 2004 και η περίοδος 2005-2009.

 

Η περίοδος μέχρι το 2004

 

Την περίοδο 1996-2004 λαμβάνονται θεσμικά μέτρα εξορθολογισμού και ελέγχου της φαρμακευτικής δαπάνης. Το ΠΑΣΟΚ θεσμοθετεί για πρώτη φορά λίστα φαρμάκων και θέτει περιορισμούς και ελέγχους στη συνταγογράφηση. (ν. 2458/1997 & ν. 3204/2003).

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα κινείται σε μεγέθη συγκρίσιμα με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ. Το 2004 διαμορφώνεται η δαπάνη στα 2,43 δις ευρώ.

 

 

Η περίοδος 2004-2009: Η εκτίναξη της φαρμακευτικής δαπάνης.

 

Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε εκθετικά το διάστημα 2004 μέχρι το 2009.

Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται εκτίναξη της δαπάνης από τα 2,43 δις. € το 2004 στα 5,6 δις ευρώ το 2009, ως αποτέλεσμα της α) κατάργησης των νομοθετικών πρωτοβουλιών του ΠΑΣΟΚ (λίστα φαρμάκων, περιορισμοί στη συνταγογράφηση) από την Κυβέρνηση της ΝΔ την περίοδο 2005-2009, β) της ανεξέλεγκτης εισαγωγής νέων σκευασμάτων (αντικατάσταση κατά 60%) και γ) της ελλιπέστατης διαδικασίας ανατιμολόγησης των ex factory τιμών.

Ο τότε εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Έκτωρας Νασιώκας, είχε προειδοποιήσει στη Βουλή ότι η πολιτική της ΝΔ «δεν επιβαρύνει μόνο τη φαρμακευτική δαπάνη, αλλά την εκτοξεύει στα ύψη, δημιουργώντας τεράστια βάρη στα ταμεία και στους ίδιους τους ασφαλισμένους». Δυστυχώς επαληθεύτηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο διάστημα 2005-2009, σε μια περίοδο που το ελληνικό ΑΕΠ αυξανόταν κατά 19,7%, η δημόσια δαπάνη για την υγεία πραγματοποίησε άλμα 73% καθώς κινήθηκε με τετραπλάσιο σχεδόν ρυθμό σε σύγκριση με την αύξηση του ΑΕΠ.

Η ενδεικτικώς αναφερόμενη προμήθεια των αντιικών εμβολίων για την αντιμετώπιση επαπειλούμενης πανδημίας γρίπης το 2006 αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αυξημένης δαπάνης, που χρήζει διερεύνησης. Συγκεκριμένα, εγκρίθηκε δάνειο 223 εκ. ευρώ για την αγορά 16 εκατ. δόσεων του αντιγριπικού εμβολίου. Τελικώς, φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν περί τις 350.000 δόσεις , ενώ περίπου 500.000 σκευάσματα έμειναν αδιάθετα και έληξαν.

Παρά το γεγονός ότι, βάσει μιας ex ante αξιολόγησης, η σχετική σύσταση του Π.Ο.Υ για προμήθεια 2 δόσεων εμβολίου για το 80% του πληθυσμού δικαιολογεί την κινητοποίηση του Υπουργείου για την προμήθεια των εμβολίων ενόψει πιθανολογούμενης πανδημίας γρίπης, εντούτοις πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω α) γιατί δεν συμπεριλήφθηκε συμβατική πρόβλεψη για το δικαίωμα ανέξοδης (: αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο) επιστροφής των αχρησιμοποίητων δόσεων των εμβολίων, καθώς και β) εάν προηγήθηκε ο αναγκαίος κατά νόμο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο, και σε αρνητική περίπτωση γιατί τούτο δεν συνέβη.

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου

 

Από τα στοιχεία της περιόδου αυτής από τους ΦΚΑ προκύπτουν συνοπτικά τα εξής:

 

  • Κατά μέσο όρο 20% ετήσια αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης
  • Κατά 20 φορές αύξηση της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης
  • Αύξηση του ποσοστού της φαρμακευτικής δαπάνης των ΦΚΑ στις συνολικές δαπάνες για την υγεία
  • Υποκατάσταση των δοκιμασμένων φθηνών και ελληνικής παραγωγής σκευασμάτων με άλλα ακριβότερα και εισαγόμενα.
  • Μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης της δαπάνης για φάρμακα σε σχέση με το ρυθμό αύξησης των δαπανών υγείας των ΦΚΑ
  • Αύξηση της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα πάνω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ την τελευταία 5ετία
  • Πρώτη θέση το 2007 μεταξύ των χωρών της ΕΕ σε δημόσιες δαπάνες για φάρμακα

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η φαρμακευτική δαπάνη τόσο των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, όσο και της χώρας συνολικά, ξεπερνούσε την αναμενόμενη αύξηση που ανάγεται σε αιτίες που επηρεάζουν τον μέσο όρο άλλων χωρών (όπως η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, η χρήση ακριβότερων και πιο προηγμένων θεραπευτικών μέσων κ.ά.).

 

 

Η περίοδος 2009-2014 : Η πενταετία του εξορθολογισμού και της δραστικής μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης.

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου

Η προσπάθεια εξυγίανσης ξεκίνησε από το ΠΑΣΟΚ μετά το 2009 και συνεχίστηκε από την διακομματική κυβέρνηση μέχρι το 2014:

  • Διαφανή και πραγματική ανατιμολόγηση όλων των φαρμακευτικών σκευασμάτων – δημιουργία παρατηρητηρίου τιμών
  • ηλεκτρονική συνταγογράφηση,
  • ίδρυση ΕΟΠΥΥ,
  • κανόνες σε παροχές και τιμολόγηση

Το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο: Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη πέφτει στα 2,8 δις ευρώ το 2011 και στα 2 δις το 2014.

Συνολικά, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ακολούθησε πτωτική πορεία για 5 συνεχή έτη (2009-2014), καταγράφοντας συνολική μείωση της τάξης του 60,8% την περίοδο 2009-2014.

Αντιστοίχως, πτωτική είναι και η πορεία της κατά κεφαλήν δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα, όπου από €456 ανά κάτοικο το 2009 μειώθηκε στα €183 το 2014, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ.

 

Ήδη από την πρώτη διετία της περιόδου αυτής (2010/2011) η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά κατά 22%, για να φθάσει το 2011 στα € 3,98 δισεκατομμύρια, αποτελώντας το 1,8% του ΑΕΠ και το 30% των δημόσιων δαπανών υγεία.

Στο μέγεθος της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης δεν περιλαμβάνονται οι επιστροφές/εκπτώσεις των φαρμακευτικών εταιρειών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες το 2011 εκτιμήθηκαν σε € 250 εκατομμύρια και μείωσαν περαιτέρω το μέγεθος της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης σε € 3,73 δισεκατομμύρια, που αποτελεί το 1,7% του ΑΕΠ και ήταν αρκετά κοντά στο στόχο για το 2012, ο οποίος είχε τεθεί στα € 2,88 δισεκατομμύρια, ήτοι στο 1,4% του ΑΕΠ.

 

Υπό συγκριτική έποψη, η δαπάνη στην Ελλάδα έπεσε από την 3η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) το 2010 (€ 371) στην 11η θέση το 2012 (€ 253) και κατόπιν στη 18η θέση το 2014 (€ 178), 8% κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ των 25 κρατών-μελών.

 

Σύγκριση των βασικών μεγεθών μεταξύ 2009-2014:

 

Τρέχουσα συνολική δαπάνη υγείας και δημόσια δαπάνη υγείας

 

Ενώ το 2009 η συνολική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 9,8% του ΑΕΠ, το 2013 μειώθηκε στο 8,6%, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (9,8%), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις χώρες της Ευρωζώνης (διαθέσιμα στοιχεία για 17 χώρες) ήταν στο 10,2% για το 2013, χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές από το 2009. Στις επιμέρους χώρες, το ποσοστό των δαπανών υγείας στο ΑΕΠ φτάνει το 9% στην Πορτογαλία και το 8,8% στην Ιταλία.

Αναφορικά με τη δημόσια δαπάνη υγείας το ποσοστό στην Ελλάδα προσέγγισε το 5,5% το 2013, έναντι 7,8% στην ΕΕ και 8,0% στην Ευρωζώνη. Αντίστοιχα στην Πορτογαλία το ποσοστό διαμορφώνεται στο 6% και στην Ιταλία στο 6,8%.

 

 

 

 

 

 

Δημόσια Φαρμακευτική Δαπάνη, 2009-2014

 

 

Η Καθαρή Δημόσια Φαρμακευτική Δαπάνη είναι το τελικό ποσό που πληρώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία, μετά την αφαίρεση όλων των rebates και του clawback. Το 2014 η προϋπολογισθείσα δαπάνη διαμορφώθηκε στα €2 δισεκ., έναντι €5.1 δισεκ. το 2009, μειωμένη δηλαδή κατά 60,8% την περίοδο 2009-2014, καθώς ο στόχος με βάση τον μηχανισμό στήριξης είχε τεθεί κοντά στα €2 δισεκ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανάλυση δαπανών νοσοκομείων

 

Η μείωση των δημοσίων δαπανών υγείας στην Ελλάδα αντανακλάται και στα στοιχεία της νοσοκομειακής δαπάνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου 2012-2014 η νοσοκομειακή δαπάνη μειώθηκε, κατά 20,6%, στα €1,6 δισεκ.

 

Rebates & Claw backs – οικονομικά μεγέθη

 

Το 2014, αποδόθηκαν €226,4 εκατ. σε rebates και €201,8 εκατ. σε clawback, που αποτελούν το 21.6% της πραγματικής φαρμακευτικής δαπάνης, έναντι του 13.9% το 2013 και 9,4% το 2012.

 

 

Κατ’ ιδίαν δράσεις

 

Πρώτες δράσεις για την μείωση των τιμών φαρμάκων

 

Αρχικά διερευνήθηκε το καθεστώς τιμολόγησης των τιμών φαρμάκων στη χώρα μας για να διαπιστωθούν κενά και παραλείψεις στην εφαρμογή του νόμου όπως για παράδειγμα:

  1. δεν αναζητούνταν οι πηγές για τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  2. δεν υπήρχαν βασικά αρχεία: α) τήρησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ώστε να γνωρίζει η Υπηρεσία τις ημερομηνίες λήξης αυτών, β) σύνδεσης πρωτότυπων με τα αντίγραφα φαρμακευτικά προϊόντα που να δείχνει τη σχέση μεταξύ των τιμών αυτών
  3. δεν υπήρχε επικαιροποιημένη κατάταξη των φαρμάκων σε μορφές, συσκευασίες, δραστικές κλπ
  4. δεν υπήρχε κωδικοποιημένη και επίσημη μεθοδολογία τιμολόγησης.
  5. οι αλλαγές τιμών σε άλλες χώρες δεν αναζητούνταν αυτεπάγγελτα αλλά ανακοινώνονταν από τις ίδιες τις εταιρίες, ΧΩΡΙΣ να υπάρχει ποινή για την μη ανταπόκριση τους δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί η σχετική Υπουργική Απόφαση!
  6. μεγάλα διοικητικά κενά στον τρόπο που γινόταν η ανατιμολόγηση (με μολύβι και γόμα σε χάρτινες καρτέλες)
  7. απουσία επανέλεγχου τιμών φαρμάκων όταν θα έπρεπε οπότε και θα υπήρχαν μειώσεις φαρμάκων με τη λήξη του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και με την κυκλοφορία αντιγράφων.

Για το σκοπό αυτό και για πρώτη φορά στην Ευρώπη, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δημιουργήθηκε μια πλήρης ηλεκτρονική βάση δεδομένων φαρμάκων, ένα παρατηρητήριο τιμών φαρμάκων το οποίο περιέχει τα στοιχεία 240.000 καταχωρημένων τιμών, των ονομασιών, συσκευασιών, δραστικών ουσιών κλπ για φαρμακευτικά προϊόντα που διατίθενται σε όλες τις χώρες της Ε.Ε..

Έτσι, μέσα από διαφάνεια και αντικειμενικότητα στις διαδικασίες τιμολόγησης προσδιορίστηκαν οι τρεις (3) χαμηλότερες τιμές από χώρες της Ε.Ε., όπως προέβλεπε ο Ν. 3840/2010. Το αποτέλεσμα ήταν, μέσα σε λίγους μήνες (Σεπτέμβριο 2010) να εγκριθεί από την υπουργό, η εισήγηση της Επιτροπής Τιμών Φαρμάκων που οδηγούσε σε πρωτοφανή μείωση των εργοστασιακών τιμών, που σε μερικές περιπτώσεις έφτανε στο 50% και κατά μέσο όρο στο 16%, εξοικονομώντας σχεδόν ένα ολόκληρο δισεκατομμύριο ευρώ το χρόνο! Ειδικά για τη NOVARTIS, οι ετήσιες πωλήσεις της μειώθηκαν κατά 42 εκατομμύρια ευρώ!

Και όλες αυτές οι μεγάλες μειώσεις, που έδωσαν ανάσα στον έλληνα πολίτη αλλά και στα δοκιμαζόμενα ασφαλιστικά ταμεία, πραγματοποιήθηκαν με απόλυτη τάξη και ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ αφού τα αρχεία τιμών αλλά και η μεθοδολογία τιμολόγησης βρίσκονταν στη διάθεση όλων των φαρμακευτικών εταιριών.

 

 

Περαιτέρω δράσεις περιστολής της φαρμακευτικής δαπάνης – ηλεκτρονική συνταγογράφηση , επαναφορά λίστας φαρμάκων

 

Με τον Ν 3845/2010, προβλέφθηκαν η δημιουργία συστήματος διαχειρίσεως των φαρμάκων, το οποίο θα ευνοούσε τη χρήση των γενόσημων φαρμάκων-αντιγράφων, συμπεριλαμβανομένου και ενός συστήματος ηλεκτρονικής παρακολουθήσεως των συνταγών των γιατρών, η διασφάλιση αυξημένης δημοσιονομικής και λειτουργικής επιβλέψεως των δαπανών υγείας από τον Υπουργό Οικονομικών και η βελτίωση των μηχανισμών τιμολογήσεως και κοστολογήσεως.

 

Με τον Ν. 3892/2010 «Ηλεκτρονική καταχώριση και εκτέλεση ιατρικών συνταγών και παραπεμπτικών ιατρικών εξετάσεων» (Α΄ 189) καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ενώ με το Ν. 3816/2010 (Α΄ 6) επανεισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο κατάλογος συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (Θετική Λίστα), από τον οποίο και μόνο το Δημόσιο, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως και κάθε φορέας και κλάδος ασφαλίσεως εγκρίνουν και εξοφλούν ιατρικές συνταγές. Για την κατάρτιση του ως άνω καταλόγου χρησιμοποιήθηκε σύστημα ταξινομήσεως των φαρμάκων, βάσει του συστήματος Ανατομικής Θεραπευτικής Κατηγοριοποιήσεως -ATC- του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και σύστημα υπολογισμού τιμών αναφοράς, με βάση τη χαμηλότερη τιμή κόστους ημερήσιας θεραπείας, ανά θεραπευτική κατηγορία δραστικών ουσιών.

Η κατάρτιση και εφαρμογή της Θετικής Λίστας τον Σεπτέμβριο του 2011, εκτός των άλλων ωφελημάτων, επέβαλε την εφ άπαξ καταβολή “Τέλος εισόδου φαρμάκου στη Θετική Λίστα” ίσο με το 4% του συνόλου των πωλήσεων κάθε φαρμάκου την προηγούμενη χρονιά. Το συνολικό ποσό ανήλθε σε 262 εκατ. € και κατετέθει σε Ειδικό Λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

Πρόσθετες δράσεις περιστολής της φαρμακευτικής δαπάνης – (ν. 4046/2012, 4052/2012)

 

Στην παρ. 2 περιπτ. α΄ του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 (Α΄ 28/14.2.2012), προβλέφθηκε η λήψη μέτρων για τη μείωση των εξωνοσοκομειακών φαρμακευτικών δαπανών της Χώρας και ειδικότερα η εφαρμογή «ενός συνόλου συνεκτικών πολιτικών, οι οποίες θα περιλάμβαναν αλλαγές στην τιμολόγηση, τη συνταγογράφηση και την αποζημίωση των φαρμάκων προς ενίσχυση της χρήσεως λιγότερο ακριβών φαρμάκων, θα ήλεγχαν τη συνταγογράφηση και την κατανάλωση και θα εδίωκαν την ανάρμοστη συμπεριφορά και την απάτη». Προβλέφθηκε, επίσης, ότι «η Κυβέρνηση καθορίζει ένα συνεπές σύνολο κινήτρων και υποχρεώσεων για όλους τους συμμετέχοντες στην αλυσίδα εφοδιασμού φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένων και των παραγωγών, των χονδρεμπόρων, των φαρμακείων, των γιατρών και των ασθενών), με σκοπό την προώθηση της χρήσεως γενόσημων φαρμάκων», ενώ, περαιτέρω, ορίσθηκε ότι «εάν η μηνιαία παρακολούθηση της δαπάνης δείξει ότι η μείωση των φαρμακευτικών δαπανών δεν παράγει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, θα πρέπει άμεσα να ληφθούν πρόσθετα μέτρα, ώστε η φαρμακευτική κατανάλωση να διατηρηθεί υπό έλεγχο. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τον προϋπολογισμό συνταγογράφησης για κάθε ιατρό, το στόχο του μέσου κόστους συνταγογράφησης ανά ασθενή και εάν χρειαστεί, οριζόντιες, περαιτέρω, περικοπές τιμών και περιθωρίων κέρδους και αυξήσεις των συμμετοχών». Στόχος των μέτρων που θα λαμβάνονταν για την προώθηση της χρήσεως των γενόσημων και φθηνότερων φαρμάκων ήταν, κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω Παράρτημα του Μνημονίου Συνεννόησης, η βαθμιαία και ουσιαστική αύξηση, έως το τέλος του 2013, του μεριδίου των γενόσημων φαρμάκων έως 60% του συνολικού όγκου των φαρμάκων που πωλούνται από τα φαρμακεία, μέσω της μειώσεως της μέγιστης τιμής του γενόσημου στο 40% της τιμής του πρωτότυπου εντός πατέντας φαρμάκου, με την ίδια δραστική ουσία, τη στιγμή λήξεως της πατέντας του, της επιβολής υποχρεώσεως στους γιατρούς να συνταγογραφούν με τη διεθνή επιστημονική ονομασία της δραστικής ουσίας και όχι με την εμπορική ονομασία και της επιβολής της υποκαταστάσεως από τα φαρμακεία των συνταγογραφούμενων φαρμάκων με το χαμηλότερης τιμής προϊόν της ίδιας δραστικής ουσίας.

 

Στα πλαίσια των ανωτέρω, με το άρθρο 11 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α΄41/1.3.2012) τέθηκε όριο στη μηνιαία φαρμακευτική δαπάνη των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως μέχρι και 31.12.2015, προβλέφθηκε δε ότι η υπέρβαση αυτού συνεπαγόταν την επιβάρυνση των κατόχων αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων με το υπερβάλλον κατά μήνα ποσό (claw back, για το οποίο βλ. αναλυτικά αμέσως κατωτέρω).

Με το άρθρο 21 του ως άνω Ν. 4052/2012 θεσπίσθηκαν ρυθμίσεις σχετικές με τα φάρμακα, όπως:

  • μειώσεις των τιμών των ιδιοσκευασμάτων μετά τη λήξη ισχύος του πρώτου διπλώματος ευρεσιτεχνίας (παρ. 1),
  • επιπλέον μειώσεις των τιμών των εκτός πατέντας φαρμακευτικών προϊόντων, εφόσον εισέλθουν στην αγορά μετά τα αντίστοιχα γενόσημα (παρ. 2),
  • μειώσεις ποσοστών κέρδους των εμπόρων φαρμακευτικών προϊόντων χονδρικής πωλήσεως (παρ. 3)
  • Μειώσεις ποσοστών κέρδους των φαρμακείων για όλα τα φάρμακα υψηλού κόστους κατά αντίστροφή κλίμακα της τιμής του προϊόντος και
  • κίνητρα προς τους ασθενείς για οικειοθελή χρήση γενοσήμων φαρμάκων (παρ. 6).
  • υποχρεωτική ηλεκτρονική καταχώρηση όλων των συνταγών φαρμάκων από τα φαρμακεία προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ανεξαρτήτως του τρόπου συνταγογραφήσεως από τον ιατρό (παρ. 4 )
  • υποχρεωτική συνταγογράφηση αποκλειστικά της χημικής ονομασίας (δραστικής ουσίας) σε όλα τα νοσοκομεία και τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως (παρ. 5). Κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 5 περ. β΄ του Ν 4052/2012 εκδόθηκε αρχικά η ΔΥΓ3(α)/οικ.ΓΥ/149/1.3.2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Εφαρμογή συνταγογράφησης με Δραστική Ουσία» (Β΄ 545/1.3.2012), η οποία τροποποιήθηκε με την ΔΥΓ3(α)/οικ. 33239/30.3.2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 983/30.3.2012). Σημειώνεται ότι με την ΣτΕ Ολ 3802/2012 το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή του συστήματος υποχρεωτικής συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία, δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα ούτε στο ενωσιακό δίκαιο.
  • Αύξηση του ποσοστού επιστροφών των εταιρειών (Rebate) από το 4% σε 9%
  • Καθιέρωση Αρνητικής Λίστας με φάρμακα συνταγογραφούμενα αλλά όχι αποζημιούμενα από τα ασφαλιστικά Ταμεία.
  • Διεύρυνση του καταλόγου των ΜΗΣΥΦΑ φαρμάκων (φάρμακα μη συνταγογραφούμενα και μη αποζημιούμενα).

 

Claw Back: η καθιέρωση του θεσμού με τον ν. 4046/2012 και η διατήρηση και επέκτασή του με τον ν. 4346/2015

 

Mε τον Ν. 4046/2012 (Α΄ 28) εξαγγέλθηκε η λήψη μέτρων συγκράτησης των δημοσίων δαπανών και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «ένας αυτόματος μηχανισμός επανείσπραξης θα εγγυάται ότι η δαπάνη για τα εξωνοσοκομειακά φάρμακα για την περίοδο 2012 – 2015 δεν θα ξεπερνά τα όρια του προϋπολογισμού …».

Ακολούθως, στο άρθρο 11 του Ν. 4052/2012 (A΄ 41), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΒ 2 α΄ του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222), ορίσθηκαν τα εξής: «α. Η μηνιαία φαρμακευτική δαπάνη των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/12 του κονδυλίου που είναι εγγεγραμμένο στον ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό και αντιστοιχεί στη φαρμακευτική περίθαλψη. Το υπερβάλλον μηνιαίο ποσό αναζητείται εκ μέρους των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών προϊόντων. Το ανωτέρω ποσό υπολογίζεται σε εξαμηνιαία βάση και καταβάλλεται από τους υπόχρεους ΚΑΚ εντός μηνός από την πιστοποίησή του σε λογαριασμό τραπέζης που θα υποδείξει ο κάθε φορέας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και ιδίως ο ακριβής τρόπος υπολογισμού των ποσών που υποχρεούται να καταβάλει κάθε ΚΑΚ με βάση: i) την ποσοστιαία αναλογία συμμετοχής κάθε φαρμάκου στη δαπάνη (χωρίς ΦΠΑ), η οποία υπολογίζεται με βάση την ποσότητα που αποδεδειγμένα διατέθηκε σε ασφαλισμένους …, ii) το μερίδιο αγοράς κάθε φαρμάκου στη θεραπευτική κατηγορία της θετικής λίστας, iii) τη δυνατότητα τελικού συμψηφισμού τυχόν υπολειπόμενων ποσών με βάση το συνολικό τζίρο κάθε εταιρείας, iv) τη συγκριτική κατανάλωση κάθε φαρμάκου με το μερίδιο αγοράς που κατείχε στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του προηγούμενου έτους, v) κάθε λεπτομέρεια που αφορά στον τρόπο και χρόνο καταβολής των οφειλόμενων ποσών, καθώς και στη διαδικασία τυχόν συμψηφισμών σε επόμενους λογαριασμούς. Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των ποσών επιστροφής της παραγράφου αυτής, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ. β. Για τον υπολογισμό των ως άνω παραμέτρων αξιοποιούνται τα στοιχεία πωλήσεων φαρμάκων που τηρεί ο ΕΟΦ αλλά και ο οικείος ΦΚΑ, αφαιρουμένων των παράλληλων εξαγωγών και νοσοκομειακών πωλήσεων … γ … δ … ε. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει διάρκεια από 1.1.2012 έως 31.12.2015».

 

Με τον Ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» εξαγγέλθηκε η λήψη πρόσθετων μέτρων συγκράτησης των δημοσίων δαπανών και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι θα συνεχισθεί η «μεταρρύθμιση του τομέα της υγείας» και η «διαχείριση των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων». Με το άρθρο 2 παρ. ΣΤ περ. 2 του ίδιου νόμου παρατάθηκε, μέχρι την 31.12.2018, ο χρόνος ισχύος των διατάξεων του άρθρου 11 του Ν 4052/2012. Περαιτέρω, με το άρθρο 15 του Ν 4346/2015 (Α΄ 152), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του Ν 4354/2015 (Α΄ 176), προστέθηκε στο άρθρο 11 του Ν 4052/2012 η παράγραφος στ΄ με το εξής περιεχόμενο: « 1. Καθιερώνεται μηχανισμός αυτόματης επιστροφής claw back για τη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη. Το όριο δαπανών των δημοσίων νοσοκομείων και των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ για τη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη, πέραν του οποίου εφαρμόζεται ο μηχανισμός αυτόματης επιστροφής (claw back), ορίζεται σε πεντακόσια εβδομήντα εκατομμύρια (570.000.000) ευρώ για το έτος 2016, από τα οποία τα πεντακόσια δέκα εκατομμύρια (510.000.000) ευρώ στα δημόσια νοσοκομεία και εξήντα εκατομμύρια (60.000.000) ευρώ στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ (για νοσοκομειακά φάρμακα ιδιωτικών κλινικών), σε πεντακόσια πενήντα εκατομμύρια (550.000.000) ευρώ για το έτος 2017, από τα οποία τετρακόσια ενενήντα δύο εκατομμύρια και εκατό χιλιάδες (492.100.000) ευρώ στα δημόσια νοσοκομεία και πενήντα εφτά εκατομμύρια εννιακόσιες χιλιάδες (57.900.000) ευρώ στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ και πεντακόσια τριάντα εκατομμύρια (530.000.000) ευρώ για το έτος 2018, από τα οποία τετρακόσια εβδομήντα τέσσερα εκατομμύρια διακόσιες χιλιάδες (474.200.000) ευρώ στα δημόσια νοσοκομεία και πενήντα πέντε εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες (55.800.000) ευρώ στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Οποιαδήποτε φαρμακευτική δαπάνη υπερβαίνει τα παραπάνω καθορισμένα όρια επιστρέφεται από τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους κατόχους άδειας αγοράς και καταβάλλεται σε ειδικό λογαριασμό που ορίζεται από τον Υπουργό Υγείας και τον ΕΟΠΥΥ ή συμψηφίζεται από το Υπουργείο Υγείας και τον ΕΟΠΥΥ με ισόποσες οφειλές για την προμήθεια φαρμακευτικών προϊόντων. 2 … 3 … 4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία θα εκδοθεί έως τις 10.12.2015, καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια που απαιτείται για την εφαρμογή της διάταξης αυτής».

 

Η λειτουργία του claw back

Η θέσπιση του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (claw back) του άρθρου 11 του Ν 4052/2012, όπως ισχύει, συνεπάγεται τα εξής: Εάν επί τη βάσει των τιμών των φαρμάκων που προβλέπονται στις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας καλύπτονται οι γενόμενες, εντός μιας χρονικής περιόδου αναφοράς, πωλήσεις φαρμάκων στους δημόσιους φορείς υγείας [δηλ. στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και στα λοιπά κρατικά νοσοκομεία, στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) και στους λοιπούς ΦΚΑ] χωρίς υπέρβαση των προϋπολογισμών των εν λόγω δημοσίων φορέων, οι διατάξεις αυτές, περί των τιμών των φαρμάκων, εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των χρηματικών απαιτήσεων των φαρμακευτικών εταιρειών και των κατόχων αδείας κυκλοφορίας φαρμάκων (ΚΑΚ) κατά των δημοσίων φορέων. Στην αντίθετη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις και η δαπάνη του οικείου δημόσιου φορέα περιορίζεται, όσον απαιτείται για να ισοσκελισθεί ο προϋπολογισμός του, με ισόποσο περιορισμό των αντίστοιχων χρηματικών απαιτήσεων των φαρμακευτικών εταιρειών και των ΚΑΚ.

 

Κατά τη νομική αξιολόγηση του μέτρου από το ΣτΕ το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απεφάνθη ότι το μέτρο συνίσταται σε θεμιτό περιορισμό των χρηματικών απαιτήσεων που απορρέουν από τις πωλήσεις φαρμάκων σε δημόσιους φορείς υγείας (βλ. ΣτΕ 2439/2015 , 3047/2017 επτ.).

 

Περιορισμός στην διάθεση φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων υψηλού κόστους σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες

 

Με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 περ. γ΄ του Ν 3816/2010, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 παρ. 2 του Ν 4058/2012, προβλέπεται η έγκριση δύο καταλόγων που περιέχουν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τη θεραπεία των σοβαρών ασθενειών, ήτοι ενός καταλόγου στον οποίο περιλαμβάνονται τα εν λόγω φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, τα οποία διατίθενται αποκλειστικώς από τα φαρμακεία των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ και ενός καταλόγου στον οποίο περιλαμβάνονται τα εν λόγω φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, τα οποία διατίθενται, εκτός από τα φαρμακεία των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ, και από τα ιδιωτικά φαρμακεία.

Με την υπ’ αριθ. ΔΥΓ(α)/οικ.34092/2.4.2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εγκρίθηκαν οι δύο ως άνω κατάλογοι. Στον πρώτο εξ αυτών ορίσθηκαν τα συγκεκριμένα φάρμακα για τη θεραπεία των σοβαρών ασθενειών τα οποία διατίθενται αποκλειστικά από τα φαρμακεία των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ, στο δε δεύτερο εξ αυτών ορίσθηκαν ονομαστικώς τα φάρμακα για τη θεραπεία των σοβαρών ασθενειών τα οποία διατίθενται και από τα ιδιωτικά φαρμακεία.

Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις, τόσο του νόμου, όσο και της κανονιστικής υπουργικής αποφάσεως τίθεται περιορισμός που αποβλέπει στον έλεγχο της διαθέσεως φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων υψηλού κόστους σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους αφενός μεν στην περιστολή των δαπανών που καλούνται να καταβάλουν το Δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι συμμετέχουν στην καταβολή των ποσών αγοράς των ανωτέρω φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων από τους ασφαλισμένους τους, αφετέρου δε στην προστασία της δημόσιας υγείας.

Σημειώνεται ότι τα μέτρα αυτά κρίθηκαν συνταγματικά από το ΣτΕ (βλ. ΣτΕ 2677/2016, 1014/2011, 4175/1998).

 

Οικονομικό αποτύπωμα των θεσμικών πρωτοβουλιών (διοικητικών και κανονιστικών) της περιόδου 2010-2014

 

Η προσπάθεια εξυγίανσης που ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ μετά το 2009 και συνεχίστηκε από την διακομματική κυβέρνηση μέχρι το 2014, με τις βασικές θεσμικές τομές της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, της συνταγογράφησης δραστικής ουσίας, των claw back και των rebates, της ίδρυσης του ΕΟΠΥΥ, της θέσπισης αυστηρών κανόνων σε παροχές και τιμολόγηση, είχε μετρήσιμο αποτέλεσμα: Η δαπάνη, από τα 5,6 δις ευρώ το 2009, πέφτει στα 2,8 δις ευρώ το 2011 και στα 2 δις το 2014.

Ειδικότερα:

 

H κατάσταση που παραλήφθηκε το 2009 ήταν τραγική. Η αύξηση δαπανών του ΕΣΥ «έτρεχε» με ρυθμό 8%, όταν  ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ήταν κοντά στο μηδέν. Η αύξηση αυτή οφειλόταν κυρίως στην ανυπαρξία ελέγχου στην αγορά των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και των φαρμάκων. Χρειάζονταν επειγόντως αλλαγές, οι οποίες και έγιναν αμελλητί: Το 2010 ήταν έτος ρυθμίσεων, με στόχο την επίτευξη της αποδοτικότητας στο υπάρχον καθεστώς της χρηματοδότησης και της παροχής υπηρεσιών υγείας. Διοικητικά και κανονιστικά μέτρα και πολιτικές που άρχισαν να εφαρμόζονται από το 2010 έφεραν μια σειρά από θετικά αποτελέσματα.

  • Αρχικά δημιουργήθηκε μηχανισμός ελέγχου, με ηλεκτρονικά και άλλα μέσα, σε μηνιαία βάση στις μονάδες (ESY.net, εφαρμογή διπλογραφικού, ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα, μηνιαία αξιολόγηση με βάση στόχους – αποτελέσματα, κλπ.).
  • Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ) δημοσιοποίησε για πρώτη φορά στατιστικά στοιχεία για τις Δαπάνες Υγείας σε εθνικό επίπεδο, με βάση το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας (ΣΛΥ) του ΟΟΣΑ, ενώ έκτοτε τα στοιχεία δημοσιοποιούνται με την ίδια μεθοδολογία. Το ΣΛΥ επιτρέπει τον ακριβή υπολογισμό της συνολικής, της δημόσιας και της ιδιωτικής δαπάνης υγείας.
  • Τα χρέη των νοσοκομείων 2005-2010, που κληροδοτήθηκαν ως ανεξόφλητες υποχρεώσεις των Δημόσιων Νοσοκομείων, ρυθμίσθηκαν.
  • Ξεκίνησε η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση μετά τη συγκρότηση του ΕΣΥ, με τη δημιουργία του ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας), θεσμό μέσα από τον οποίο επιτεύχθηκε: α) η αλλαγή στον τρόπο χρηματοδότησης  των μονάδων υγείας, με την ενοποίηση της χρηματοδότησης και β) η νέα οργάνωση του θεσμού της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και γ) η ενιαιοποίηση των παροχών σε όλους τους ασφαλισμένους ασχέτως Ταμείου ασφάλισης -εξάλειψη ανισοτήτων- . Επιπροσθέτως, επιτεύχθηκε ο στόχος δεκαετιών για την μεταφορά του υγειονομικού τομέα του ΙΚΑ στο ΕΣΥ.
  • Το μονοψώνιο του ΕΟΠΠΥΥ άρχισε να λειτουργεί την 1η Ιανουαρίου του 2012, (βάσει του ν. 3918/2011). Μάλιστα, το 2012 εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ σημαντικοί κλάδοι υγείας ταμείων, όπως των τραπεζικών, των ναυτικών κλπ. Από το 2012,λοιπόν, και μετά το υπουργείο Υγείας απέκτησε, και έχει και σήμερα, τη δυνατότητα κεντρικής διαπραγμάτευσης με τις φαρμακευτικές εταιρείες από πλεονεκτική θέση, διότι οι διευθύνσεις υγείας των δεκάδων ξεχωριστών ασφαλιστικών ταμείων δεν διέθεταν τέτοια ισχύ.
  • Σχετικά με την πολιτική στο φάρμακο, όσον αφορά τα Νοσοκομεία, το 2011 έγιναν τρία σημαντικά βήματα που αφορούν: (α) στη διάδοση των γενοσήμων φαρμάκων, η χρήση των οποίων είναι πια στο 50% περίπου της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, (β) στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τόσο για τους εξωτερικούς ασθενείς, όσο και για τους νοσηλευθέντες, η εφαρμογή της οποίας ξεπερνά το 75% συνολικά (με τη βοήθεια της ΗΔΙΚΑ), και (γ) πρόγραμμα ηλεκτρονικών δημοπρασιών (e-auctions) της ΕΠΥ για 50 δραστικές ουσίες, συνεισφέροντας στη μείωση των τιμών για το 1/5 του όγκου των φαρμάκων σχεδόν κατά 50%.

 

Η συνολική μείωση της (καθαρής) δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης την περίοδο 2009-2011 ήταν αποτέλεσμα των θεσμικών παρεμβάσεων στην αγορά φαρμάκου (αλλαγή συστήματος τιμολόγησης, αύξηση των επιστροφών – rebates/clawback– στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μείωση των ρυθμιζόμενων περιθωρίων κέρδους στη χονδρική και λιανική διάθεση των φαρμάκων, μείωση συντελεστή ΦΠΑ στα φάρμακα κ.λπ.).

Με τις αλλαγές αυτές, μέσα σε μία διετία (2010-2012), οι δημόσιες δαπάνες υπολογίζονται σε 5,5 δις. ευρώ για το ΕΣΥ και 6,5 δις. ευρώ για τον ΕΟΠΥΥ (λίγο κάτω από 6 % του ΑΕΠ), ενώ έχουν υποχωρήσει οι αντίστοιχες ιδιωτικές (από 4 σε 2 % του ΑΕΠ περίπου). Όσον αφορά τη φαρμακευτική δαπάνη, αυτή μειώθηκε από τα 5,6 δις ευρώ το 2009, πέφτει στα 2,8 δις ευρώ το 2011 και στα 2 δις το 2014.

Στο γράφημα που ακολουθεί (Health at a glance – ΟΟΣΑ – 2016) αναπαριστάται η τεράστια διαφορά των περιόδων 2004-2009 και 2009-2014 όσον αφορά τη φαρμακευτική δαπάνη ανά άτομο στην Ελλάδα. Την περίοδο 2005-2009 η ετήσια αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης ήταν 12,3% ενώ την περίοδο 2009-2014 υπήρξε ετήσια μείωση της τάξεως του 8,5%.

 

 

  1. Η καθιέρωση της υποχρέωσης ανατιμολόγησης των φαρμάκων και η παράλειψη ανατιμολόγησης το 2015

 

Με δεδομένο ότι η ανατιμολόγηση φαρμάκων είναι βασικός μηχανισμός περιστολής της φαρμακευτικής δαπάνης, η Εξεταστική Επιτροπή θα έπρεπε να είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη συχνότητα των ετήσιων τιμολογήσεων, όπως ο νόμος κάθε φορά ορίζει.

Το 2010, με το νόμο 3840/2010 (άρθρο 14 παρ. 1 περ. δ) ορίστηκε, πως θα πρέπει να γίνονται τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο τιμολογήσεις. Η συχνότητα τιμολόγησης κατανοήθηκε από τον νομοθέτη ως προϋπόθεση μείωσης της ετήσιας ασφαλιστικής φαρμακευτικής δαπάνης.

Το έτος 2011 μειώθηκαν νομοθετικά οι τιμολογήσεις σε έως δύο ανά έτος (άρθρο 69, παρ. 2 Ν. 3984/2011) προκειμένου το Υπουργείο Υγείας, που είχε πλέον αναλάβει την αρμοδιότητα της τιμολόγησης και δεν είχε την υποδομή και την κατάλληλη εμπειρία, να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του αυτές. Για να γίνει αντιληπτή η δυσκολία της τιμολόγησης των πρωτοτύπων (on patent) φαρμάκων, με βάση το μέσο όρο των τριών χαμηλότερων τιμών των κρατών – μελών της Ε.Ε. (νόμος 3840/2010) αρκεί να επισημανθεί, πως έμπαιναν στο σύστημα τιμές για 4.000 – 5.000 φάρμακα, ενώ σε ό,τι αφορά στις τιμές κρατών εκτός Ευρωζώνης, αυτές υπολογίζονταν στο οικείο νόμισμα που έπρεπε να μετατραπεί σε ευρώ. Ωστόσο, το 2011 έγιναν τρεις τιμολογήσεις (όλες ήταν υποτιμολογήσεις), με την πρώτη των οποίων έγινε και η εισαγωγή του rebate, δηλαδή της επιστροφής από τις εταιρείες ενός συγκεκριμένου ποσού στο σύστημα ασφάλισης (Ν. 3918/2011).

 

Τον Μάρτιο του 2012 με το νόμο 4052/2012 (άρθρο 19 παρ. 2) αυξήθηκαν οι αναγκαίες ετήσιες τιμολογήσεις σε έως 4. Έτσι Μάρτιο – Απρίλιο του 2012 έγινε η πρώτη νέα τιμολόγηση για το έτος 2012. Αξίζει να σημειωθεί πως όλες ανεξάρτητα οι ανωτέρω τιμολογήσεις έγιναν με τη σύμφωνη και ομόφωνη γνώμη του ΕΟΦ και της Επιτροπής Τιμών Φαρμάκων του Υπουργείου Υγείας.

Η πρακτική αυτή ακολουθήθηκε και τα υπόλοιπα έτη. Από το 2013, όμως, με βάση το νόμο 4213/2013 (άρθρο 22 παρ. 5), προβλέφθηκαν δύο τιμολογήσεις ετησίως (και σωστά αφού η φαρμακευτική δαπάνη είχε πλέον ελεγχθεί και το σύστημα τιμολόγησης είχε πλέον ολοκληρωθεί). Η συγκεκριμένη υποχρέωση τιμολόγησης δύο φορές κατ’ έτος ισχύει ως σήμερα.

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να προσεχθεί το εξής: το έτος 2015, και ενώ ο ανωτέρω νόμος προέβλεπε δύο τιμολογήσεις κατ’ έτος, έγινε μόνο μία και αυτή στις 14 Δεκεμβρίου του 2015(!) (πρακτικά η ισχύς του Δελτίου Τιμών παράγει αποτελέσματα το 2016), δηλαδή ολόκληρο το έτος παρέμειναν οι τιμές του 2014, πρακτική που εξ αντικειμένου ωφέλησε τις πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες. Διευκρινίζεται ότι οπωσδήποτε δεν θεωρείται τιμολόγηση το δελτίο τιμών φαρμάκων που εκδόθηκε στις 20 Ιουλίου 2015, με το οποίο ενσωματώθηκε απλώς η νέα τιμή του ΦΠΑ στο φάρμακο.

 

Ακολούθησε σαφής και ξεκάθαρη συνομολόγηση εκ μέρους υπουργού της σημερινής κυβέρνησης, για την παράλειψη τιμολόγησης των φαρμάκων το 2015, σε δήλωσή του σε Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, στις 21 προς 22 Φεβρουαρίου 2016 στον τηλεοπτικό σταθμό “Κόντρα” σε εκπομπή του κ. Αιμ. Λιάτσου, παρενέβη ο αναπληρωτής Υπουργός Υγείας και ως προς την αιτίαση για την παράλειψη τιμολόγησης του έτους 2015 είπε επί λέξει τα εξής, απευθυνόμενος στον Α. Γεωργιάδη : “όσο για τη μπούρδα που πέταξες σε σχέση με το δελτίο τιμών φαρμάκων το 2015, θέλω να σου θυμίσω ότι από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015 η χώρα ήταν σε κλοιό των δανειστών. Με δύο εκλογές με δημοψήφισμα με δημοσιονομικό έλλειμμα κτλ για αυτό και βγήκε δελτίο τιμών στο τέλος της χρονιάς

Πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη συνομολόγηση της μη εφαρμογής του νόμου 4213/2013 (άρθρο 22 παρ.5) που επέβαλε στον Υπουργό Υγείας να κάνει δύο τιμολογήσεις κατ’ έτος. Η δε εξήγηση πως δεν πρόλαβε ο αρμόδιος Υπουργός δεν έπραξε το νόμιμο καθήκον του λόγω της διαπραγμάτευσης κ.ο.κ. είναι απολύτως προσχηματική, διότι οι τιμολογήσεις οδηγούν σε μείωση της ασφαλιστικής φαρμακευτικής δαπάνης και με την παράλειψή τους προκαλείται πρόδηλη ζημία του Δημοσίου. Εξάλλου, η διαδικασία τιμολόγησης αποτελεί αρμοδιότητα των διοικητικών μονάδων και φορέων (Ε.Ο.Φ και υπηρεσίες του υπουργείου Υγείας ) και μόνο την τελική ευθύνη έχει ο Υπουργός.

 

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την τελευταία σχετική ΥΑ Αριθμ οικ. 325/5851/Γ.Π./14 (ΦΕΚ – 88 Β/21-01-2014): «Διατάξεις Τιμολόγησης Φαρμάκων», που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 3840/2010 και συμπληρώνει το θεσμικό πλαίσιο για την τιμολόγηση των φαρμάκων:

  • Σύμφωνα με το νόμο οι τιμές όλων των φαρμάκων αναθεωρούνται δύο φορές ανά έτος και τα δελτία τιμών εκδίδονται, εντός του Ιανουαρίου και του Ιουλίου, αντιστοίχως, εκάστοτε έτους. Συμπληρωματικά δελτία τιμών δύναται να εκδίδονται στο πέρας των άνω ημερομηνιών για την τιμολόγηση νέων φαρμάκων. (άρθρο 5 παρ. 2)
  • Σε κάθε αναθεώρηση τιμών δεν επιτρέπονται αυξήσεις. Οι νέες τιμές δύναται να είναι ίσες ή μικρότερες από τις ισχύουσες. Αυξήσεις είναι αποδεκτές μόνον στις περιπτώσεις διορθώσεων λαθών. (άρθρο 5 παρ. 4)
  • Η ανώτατη τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα (ex factory) των φαρμάκων αναφοράς υπό καθεστώς προστασίας πατέντας [on patent] ορίζεται ως ο μέσος όρος των τριών χαμηλότερων τιμών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύουν αξιόπιστα στοιχεία. Οι μέγιστες τιμές αναθεωρούνται τακτικά προς τα κάτω κάθε φορά που δημοσιεύεται ένα δελτίο τιμών. (άρθρο 6 παρ. 1)
  • Η ανώτατη τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα (ex factory) των φαρμάκων αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας της δραστικής ουσίας [off patent], (…), μειώνεται αυτόματα είτε στο 50% της τελευταίας τιμής υπό προστασία είτε στον μέσο όρο των τριών χαμηλότερων τιμών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρώντας όποια από τις δύο είναι η χαμηλότερη. Ειδικότερα, για τα φάρμακα που δεν υπάρχει γενόσημο με πωλήσεις στην αγορά (μοναδικά) ισχύει ο μέσος όρος των τριών χαμηλότερων τιμών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν γενόσημο προϊόν διατίθεται στην αγορά η μείωση κατά 50% εφαρμόζεται ακόμη και αν αυτή είναι χαμηλότερη από το μέσο όρο των τριών χαμηλότερων τιμών στα κράτη μέλη της (άρθρο 7 παρ. 1)
  • Η ανώτατη τιμή (ex factory) παραγωγού ή εισαγωγέα KAK των γενόσημων φαρμάκων ορίζεται στο 65% της τιμής των αντίστοιχων off patent, του οποίου η τιμή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 ανωτέρω (άρθρο 8 παρ. 1)

 

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε κάθε έκδοση δελτίου τιμών φαρμάκων (ανατιμολόγηση) εκ του νόμου και κατά δέσμια αρμοδιότητα, επιβάλλεται : α) στα μεν φάρμακα υπό καθεστώς προστασίας πατέντας (on patent) «αναθεώρηση της τιμής προς τα κάτω», δηλ. μείωση της τιμής , β) στα δε φάρμακα μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας (off patent) ακόμη δραστικότερη μείωση, που ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε 50% της τελευταίας τιμής υπό προστασία.

Έπεται ότι, εξ επόψεως ποινικού δικαίου, ο Υπουργός Υγείας, που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα της ανατιμολόγησης των φαρμάκων έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, κατά την έννοια του άρθρου 15 ΠΚ, να μειώσει τις τιμές των φαρμάκων.

 

Τέλος, διερεύνησης χρήζει η καταγγελία ότι κατά την ανατιμολόγηση του Δεκεμβρίου 2016 ο Υπουργός Ανδρέα Ξανθός, φέρεται να απείχε από τις προτάσεις του ΕΟΦ και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί εάν ευνοήθηκαν συγκεκριμένες εταιρίες ή όχι, ζήτημα που δεν εξετάστηκε από την Επιτροπή (και φυσικά δεν διαπιστώθηκε η βασιμότητα των καταγγελιών).

 

 

 

  1. Συμπεράσματα

Το φάρμακο είναι ο μεγάλος ασθενής της δημόσιας υγείας. Η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταθλητές στην πολυφαρμακία και την κατανάλωση αντιβιοτικών ενώ δυστυχώς, σήμερα, πολλοί ασθενείς στερούνται το κατάλληλο φάρμακο! Η αντιμετώπιση ασθενειών, η προώθηση καινοτόμων θεραπειών αλλά και η περιστολή της δαπάνης είναι αντικρουόμενες όψεις της πολιτικής φαρμάκου.

Είναι φανερό ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο δημοσιονομικά. Για να υπάρξει νέα πολιτική φαρμάκου χρειάζεται να θέσουμε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Τα στοιχεία είναι εύγλωττα:

Το 2004 το ΠΑΣΟΚ παραδίδει τη δαπάνη στα 2,43 δις ευρώ έχοντας θεσμοθετήσει λίστα φαρμάκων και περιορισμούς στη συνταγογράφηση.

Η κυβέρνηση της ΝΔ τα καταργεί με νόμο και η δαπάνη εκτινάσσεται στα 5,6 δις ευρώ έως το 2009!

Νέα προσπάθεια εξυγίανσης ξεκινά το ΠΑΣΟΚ την περίοδο από το 2009-2012:

Οι θεσμικές τομές περιλαμβάνουν ιδίως τις εξής πρωτοβουλίες:

    • Τιμολόγηση των πρωτότυπων φαρμάκων βάσει των τριών χαμηλότερων τιμών της Ε.Ε.
    • Ηλεκτρονική συνταγογράφηση
    • Συνταγογράφηση δραστικής ουσίας
    • Υποχρεωτικές περιοδικές τιμολογήσεις φαρμάκων (δύο έως τέσσερις φορές κατ’ έτος),
    • Σταθερές μειώσεις τιμών όλα τα έτη κατά την τιμολόγηση των φαρμάκων,
    • «Μονοψώνιο» ΕΟΠΥΥ και ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος έναντι των φαρμακευτικών εταιριών,
    • Καθιέρωση κλειστού προϋπολογισμού φαρμακευτικής δαπάνης με τη θεσμοθέτηση claw back &
    • αυξημένη φορολογία επί των εισπράξεων των εταιρειών (rebate

Ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει και καταψηφίζει τις ρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα όμως είναι μετρήσιμο : Η δαπάνη πέφτει στα 2,8 δις ευρώ το 2011 και στα 2 δις το 2014.

 

Από το 2015 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εφαρμόζει τα μέτρα που είχαν νομοθετηθεί την προηγούμενη περίοδο για να συγκρατήσει την δαπάνη στα ίδια επίπεδα. Όμως, το 2015 παραλείπει παράνομα να εκδώσει δελτίο τιμών φαρμάκων και να μειώσει κατά νόμο τις τιμές. Είναι φανερό ότι προκαλείται ζημία εκατομμυρίων από φάρμακα που οι τιμές τους θα μειώνονταν.

Παράλληλα, περιορίζεται η διείσδυση γενοσήμων και εισάγονται εξοντωτικές οριζόντιες περικοπές. Συνταγές και φάρμακα αυξάνονται διαρκώς. Η ιδιωτική δαπάνη αυξάνεται ομοίως, επιβαρύνοντας χαμηλοσυνταξιούχους και μισθωτούς. Καταργούνται, τέλος, οι επιτροπές τιμολόγησης φαρμάκου (ΕΟΦ) και διαπραγμάτευσης (ΕΟΠΠΥ). Η αρμοδιότητα μεταφέρεται στον κ. Υπουργό, με αποτέλεσμα η αδιαφάνεια και ο υπερσυγκεντρωτισμός να κυριαρχούν.

 

 

Κατόπιν των παραπάνω, προκύπτει ότι ζητήματα ευθυνών εντοπίζονται:

  • Στην εκτίναξη της δαπάνης από τα 2,43 δις. € το 2004 στα 5,6 δις ευρώ το 2009.
  • Στην παράνομη παράλειψη της έκδοσης δελτίου τιμών φαρμάκων το 2015, από τον τότε Υπουργό Υγείας, που είχε εκ των πραγμάτων ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας του Δημοσίου.

 

 

 

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.