Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου, Γραμματέα Επικοινωνίας του Κινήματος Αλλαγής στην Κυριακάτικη «Kontra News»:

Η εμπειρία της παγκοσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης αμφισβήτησε σοβαρά τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση, τα όρια και την ένταση της παγκοσμιοποίησης. Οδήγησε επίσης στην αμφισβήτηση της ορθοφιλελεύθερης γερμανοκίνητης λιτότητας (δημοσιονομικό σύμφωνο, προγράμματα στήριξης, “κόφτης” χρέους κ.α.) που καταδίκασε την Ευρώπη σε μια δεκαετία κοινωνικών κρίσεων, αποεπένδυσης, νέων ανισοτήτων, εσωτερικών διαιρέσεων, ενίσχυσης της ακροδεξιάς και του αυταρχισμού. Ανέδειξε με εμφατικό τρόπο την επιστροφή σε μια σύγκρουση που η Ευρώπη και οι δυτικές χώρες είχαν σχεδόν αγνοήσει ή υποθάλψει: αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Ήδη πριν από την κρίση του 2008, στοιχεία έδειχναν ότι η συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας σε λίγους, πήγαινε χέρι χέρι με την πτώση του εισοδήματος από εργασία. Η μεσαία, εργατική τάξη που ανοικοδόμησε τη μεταπολεμική Δύση, κατέκτησε δικαίωματα και ελευθερίες και ένα ανεπανάληπτο επίπεδο ζωής σταδιακά έχανε την οικονομική της δύναμη, έβλεπε τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι και το κοινωνικό ασανσέρ να “φρακάρει” στους πρώτους ορόφους. Αντίθετα, η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η όλο και λιγότερη επένδυση των κερδών του στην πραγματική οικονομία, ο διεθνής εμπορικός ανταγωνισμός, η τεχνολογική αλλαγή, η αποδυνάμωση των συνδικάτων κ.α., ευνόησαν περισσότερο ευέλικτες και επισφαλείς μορφές εργασίας, με χαμηλότερες αμοιβές, που με τη σειρά τους αποδυνάμωσαν τα ασφαλιστικά ταμεία και κατ’ επέκταση τα δημόσια αγαθά (υγεία, εκπαίδευση, περιβάλλον), και κυρίως την κοινωνική θέση εργαζομένων και συνταξιούχων.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η αποτυχία των προγραμμάτων στήριξης στο αναπτυξιακό τους σκέλος, εντοπίζεται εκεί ακριβώς: η υποβάθμιση της εργασίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων μαζί με την κατάργηση του κοινωνικού διαλόγου δεν λειτούργησε υπέρ της ανταγωνιστικότητας, όπως ήλπιζαν οι εμπνευστές της. Αντιθέτως, βάθυνε την κρίση, αφού από τη μία τα κόστη (φόροι, εισφορές, λειτουργικά έξοδα) παρέμειναν υψηλά, ενώ από την άλλη δεν έγιναν επενδύσεις της προκοπής, ενισχύθηκε η εποχικότητα και η επισφάλεια (τουρισμός, εστίαση), “διώχνοντας” ουσιαστικά μισό εκατομμύριο παραγωγικούς συνανθρώπους μας στο εξωτερικό προς αναζήτηση καλύτερης τύχης.

Η πανδημία λοιπόν ήρθε να “σκουπίσει” ο,τι απέμεινε από τον τυφώνα της προηγούμενης δεκαετίας και να ανοίξει εκ νέου τις ορέξεις του κεφαλαίου να υποβαθμίσει ακόμη περισσότερο την εργασία. Όμως στον αντίποδα, πολλαπλασιάστηκαν οι φωνές που υπερασπίστηκαν τη σημασία της κρατικής παρέμβασης, όχι πια ως σωσίβιο στην κρίση, αλλά ως τιμονιέρη στην μεταστροφή της οικονομίας σε νέα, παραγωγικές αναπτυξιακές ευκαιρίες γύρω από την ψηφιοποίηση, την κλιματική κρίση, τη γήρανση, την πολυπολιτισμικότητα κ.α. Όσο μεγαλώνει δηλαδή ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης για την επόμενη μέρα, τόσο αυξάνονται και οι ευκαιρίες για ανθρωποκεντρικές παρεμβάσεις στο σχεδιασμό υπηρεσιών και υποδομών που θα ανασχέσουν την κλιματική αλλαγή, θα προωθήσουν την καθαρή ενέργεια, θα εγγυηθούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στις πόλεις, καλύτερες αμοιβές και συνθήκες εργασίας με σεβασμό στον ελεύθερο χρόνο, δια βίου μάθηση και κατάρτιση, καταπολέμηση της φτώχειας, ενίσχυση της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, εκσυγχρονισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, περισσότερες συνέργειες κράτους και αγοράς για την προώθηση της καινοτομίας, κ.α.

Κι ενώ στο εξωτερικό ο κ. Μητσοτάκης υπογράφει διακηρύξεις και πολιτικές με “κεντρώα” ζέση, εντός των συνόρων αποδεικνύεται μια επικίνδυνη “ουρά” της Συντήρησης. Αφού απέδειξαν μέσα στην πανδημία ότι οι μικρομεσαίοι μπορούν να διαλέξουν ποιον θάνατο επιθυμούν χρηματοδοτώντας κυρίως τους μεγάλους, αφού νομοθέτησαν το “μισός μισθός – μισή δουλειά” και εφάρμοσαν ανόρεχτα και αποτυχημένα το πρόγραμμα επιδότησης εργασίας “SURE” και εγκατέλειψαν χιλιάδες επισφαλείς εργαζομένους, τώρα εισάγουν ένα καινοφανές για τη ναφθαλίνη του νομοθέτημα, που ξεθεμελιώνει το εργατικό δίκαιο, αντικαθιστώντας τις συλλογικές συμβάσεις με την ατομική. Ωράρια – λάστιχο, υπερωρίες χαρισμένες στους εργοδότες ή πληρωμές σε …ρεπό (!), περιορισμός του δικαιώματος επαναπρόσληψης, διευκόλυνση στις απολύσεις συνδικαλιστών, κυριακάτικη εργασία σε λατομεία ή τηλεφωνικά κέντρα (!) και στην κορυφή αυτών, η μετατροπή της επιθεώρησης εργασίας σε ανεξάρτητη αρχή, ώστε να μην έχει κανέναν αποφασιστικό ρόλο στην προστασία των εργαζομένων.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν συνθήκες σύγχρονης “γαλέρας”, καταργούν τον κοινωνικό διάλογο και τα συνδικάτα, απελευθερώνουν την αυθαιρεσία, ευνοούν την επισφαλή εργασία, αφοπλίζουν το κοινωνικό κράτος. Στην πράξη ευνοούν τις ανισότητες, στέλνουν μήνυμα στη νέα γενιά που παρέμεινε ή επέστρεψε να το ξανασκεφτεί και αδιαφορούν για  μια βιώσιμη, διατηρήσιμη ανάπτυξη που τους αφορά όλους. Μας επιβεβαιώνουν, ότι όσες προσπάθειες και αν κάνουν να απο-πολιτικοποιήσουν την πολιτική και να πουλήσουν αέρα μεταρρύθμισης, παραμένουν δέσμιοι των ισχυρών συμφερόντων που τους κρατούν στην εξουσία και διαχρονικοί εκπρόσωποι της κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Μιχάλης Κατρίνης: «Εργασιακό νομοσχέδιο: το τυράκι και η φάκα…»Μανώλης Χριστοδουλάκης: «Το εργασιακό νομοσχέδιο μας βρίσκει απέναντι»