Ομιλία Θεόδωρου Παπαθεοδώρου στην πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης

Ομιλία Θεόδωρου Παπαθεοδώρου στην πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης

Ομιλία του Θεόδωρου Παπαθεοδώρου Βουλευτή Αχαΐας,

Υπεύθυνου Κοινοβουλευτικού Τομέα Δικαιοσύνης, Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ενημέρωσης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης που υπέβαλαν ο  Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κ. Κυριάκος Μητσοτάκης και Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας και οι Βουλευτές της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας.

 

 

Εθνικά επιβλαβείς εκπτώσεις

Στην προσπάθεια επίλυσης του ονοματολογικού της FYROM, αλλά  και των διαφορών με το γειτονικό Κράτος που ταλανίζουν την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος για πάνω από 25 χρόνια, η Κυβέρνηση είχε εξαρχής δύο επιλογές: είτε να διαμορφώσει μία εθνική γραμμή διαπραγμάτευσης πάνω στην αρχή της συνεννόησης  των πολιτικών δυνάμεων και της συνέχειας των διπλωματικών κεκτημένων του 1995 και 2008, είτε να προχωρήσει σε μία διαπραγμάτευση, με αποκλειστικά δική της ευθύνη, εργαλειοποιώντας το στόχο εξεύρεσης λύσης για να αποκομίσει πολιτικά οφέλη. Ο πρώτος δρόμος ήταν αυτός της εθνικής συνεννόησης και διαμόρφωσης της μεγαλύτερης δυνατής πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο δεύτερος ήταν ο δρόμος του εθνικού διχασμού, της πόλωσης και της νέας έξαρσης του εθνικολαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας στους ακραίους πολιτικούς και κοινωνικούς κύκλους. Κάπου εκεί η Κυβέρνηση έχασε τον κ. Καμμένο, τον «έντιμο σύμμαχο» όπως λέει ο Πρωθυπουργός, ο οποίος είδε την ευκαιρία εκλογικής νεκρανάστασής του μέσα από την εθνικολαϊκιστική πλειοδοσία και την δήθεν «αντίσταση» στην εκχώρηση του ονόματος «Μακεδονία».

Ποτέ άλλοτε, οι χειρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν έπασχαν περισσότερο από κομματική τύφλωση και έλλειψη επίγνωσης της ιστορικής εθνικής ευθύνης, από τον τρόπο που επέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας να διαχειριστεί ένα πρόβλημα που άπτεται των εθνικών συμφερόντων. Η ουσιαστική παράπλευρη απώλεια είναι ο εγκλωβισμός του ελληνικού λαού σε διχαστικά διλήμματα.

Είχαμε, εξαρχής τοποθετηθεί υπέρ μιας λύσης με σύνθετη ονομασία, για όλες τις χρήσεις και έναντι όλων (erga omnes), με απάλειψη των αλυτρωτικών  συνταγματικών διαθέσεων των Σκοπίων. Πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρξει λύση που να κατοχυρώνει τα εθνικά συμφέροντα και που να είναι συνολική, μόνιμη και βιώσιμη, χωρίς περιθώρια διολισθήσεων και διπλών ερμηνειών στο μέλλον. 

Η Συμφωνία στην οποία κατέληξε με τον Ζάεφ, παρά τα όποια θετικά στοιχεία της,  παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας τετελεσμένων σε βάρος της Ελλάδας, αλλά και σταδιακής αλλοίωσης των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει η  FYROM.

Αν παραμερίσουμε τις αδιέξοδες και μυωπικές διχαστικές κορώνες που συγκαλύπτουν με ανεύθυνο εθνικιστικό αρνητισμό την προοπτική εξεύρεσης λύσης και εστιάσουμε στο εθνικό συμφέρον, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, βλέπουμε ότι η Συμφωνία παρουσιάζει τρία σοβαρά προβλήματα.

  1. Στο άρθρο 1 παρ 3 το erga omnes προσδιορίζεται και περιορίζεται στα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία, με αποτέλεσμα να κάμπτεται η γενική του ισχύς, ιδιαίτερα ως προς την απόδοση των όρων «Μακεδονία και Μακεδών». Ως προς αυτούς τους όρους το άρθρο 7 της Συμφωνίας προβλέπει ότι τα μέρη διατηρούν την δική τους ελεύθερη αντίληψη, άρα και ερμηνεία το καθένα, για το ιστορικό πλαίσιο και την ιστορική κληρονομιά τους. Αυτή η διατύπωση δημιουργεί μείζον ζήτημα όταν ταυτόχρονα το άρθρο 1 παρ. 3 β αναγνωρίζει «μακεδονική» εθνικότητα/ιθαγένεια στους πολίτες της «Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Παράλληλα, το αλυτρωτικό στοιχείο παγιώνεται μέσω της Συμφωνίας όταν η διεθνής πλέον αναγνώριση  «μακεδονικής» εθνικότητας/ιθαγένειας, «μακεδονικής» γλώσσας, ιδιαίτερης αντίληψης για την  ιστορία και τον πολιτισμό των «Μακεδόνων» στους πολίτες του Κράτους που θα ονομάζεται «Βόρεια Μακεδονία» διαμορφώνουν της συνθήκες συγκρότησης «Μακεδονικής» εθνότητας. Σε αυτό το σημείο έγκειται η κάμψη του erga omnes. Απαράδεκτο, ανιστόρητο, εθνικά επιζήμιο, γιατί απλά δεν υπάρχει «μακεδονική εθνότητα»! Αυτό δεν αρνούνταν συστηματικά όλες οι προηγούμενες Κυβερνήσεις από το 1993 γιατί το θεωρούσαν ως συστατικό στοιχείο του αλυτρωτισμού; Η σημερινή Κυβέρνηση γιατί το αποδέχεται;
  2. Ο αλυτρωτισμός συντηρείται επίσης στο άρθρο 7 όπου προβλέπεται ότι η ιδιαίτερη αντίληψη του κάθε μέρους για τους όρους «Μακεδών» και «Μακεδονία» αφορά μεταξύ άλλων και την ερμηνεία της «επικράτειας» της «Βόρειας Μακεδονίας», δηλαδή του γεωγραφικού χώρου στον οποίο  το Κράτος ασκεί την κυριαρχία του. Άρα και εκεί αναγνωρίζεται, συμφωνημένα πλέον και απόλυτα ο όρος «Μακεδονική Επικράτεια». Είναι απλά τεράστιο λάθος να παραχωρήσουμε αυτή την αλυτρωτική διεκδίκηση που ανάγεται στη θεωρία της εθνογένεσης του Ίλιντεν»!
  3. Ποιος είναι ο λόγος που δεσμεύεται η Ελλάδα να απεμπολήσει το βασικό της διαπραγματευτικό μέσο σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε., επιτρέποντας, από την υπογραφή της Συμφωνίας, την πρόσβαση της FYROM σε αυτούς τους διεθνείς οργανισμούς πριν τα Σκόπια ολοκληρώσουν τη Συνταγματική αναθεώρηση και συμμορφωθούν με τους όρους της Συμφωνίας, μάλιστα σε συνθήκες έντονης πολιτικής αστάθειας; Γιατί η Κυβέρνηση σπεύδει να δεσμεύσει διεθνώς την Ελλάδα στα έννομα αποτελέσματα που παράγονται άμεσα με την υπογραφή της Συμφωνίας, απελευθερώνοντας στην ουσία τις διεθνείς προοπτικές της FYROM χωρίς κανένα αντάλλαγμα; Είναι μέγιστο λάθος της Κυβέρνησης η υιοθέτηση της «αιρεσιμότητας» η οποία δεν ισχύει για τις διαδικασίες του ΝΑΤΟ, όταν κατά το Διεθνές Δίκαιο η ακύρωση μίας Συμφωνίας δεν επηρεάζει ουσιαστικά την αναδρομική ακύρωση των έννομων αποτελεσμάτων που αυτή έχει παραγάγει. Αντίθετα, η οποιαδήποτε ενδεχόμενη μετέπειτα υπαναχώρηση της Ελλάδας εκθέτει τη χώρα και απομειώνει τη διεθνή ισχύ της. Θυμίζω ότι ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου έλεγε ότι προϋπόθεση λύσης είναι «να δοθούν πρωτίστως από την πλευρά των   Σκοπίων έμπρακτα και αξιόπιστα δείγματα για τη δική τους επιθυμία να πάψει η αβεβαιότητα σε σχέση με την αναγνώρισή τους». Σήμερα η Ελλάδα εμφανίζεται επισπεύδουσα…. 

 

Αυτή η Συμφωνία δεν συνιστά αποδεκτή λύση και υπάρχει ακόμα χρόνος και δυνατότητα να αλλάξει.

Επιβλαβείς εκπτώσεις, τετελεσμένα και ανιστόρητες υπαναχωρήσεις σε εθνικά θέματα είναι ανεπίτρεπτές και δεν πρόκειται να τις αποδεχθεί ο Ελληνικός λαός.

Γι αυτό  υπερψηφίζουμε την πρόταση δυσπιστίας, γιατί καταψηφίζουμε τη συμφωνία στην παρούσα της μορφή . Περισσότερο από τους μικρομματικούς υπολογισμούς, την απερίσκεπτη ενδοτικότητα και τους τυχοδιωκτικούς  πειραματισμούς της Κυβέρνησης προέχουν το εθνικό συμφέρον και η πατριωτική ευθύνη.