Ομιλία Κωνσταντίνου Μπαργιώτα κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Ομιλία Κωνσταντίνου Μπαργιώτα κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτές τις μέρες ακούσαμε πολλά για ιστορία σε αυτή την Αίθουσα. Έχουμε πάρει αυτό που λέμε overdose από ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι είναι λίγο επιλεκτική η χρήση. Άλλοι διαλέγουν τον Μέγα Αλέξανδρο και κλείνουν το βιβλίο μόλις τελειώνει η περίοδός του, άλλοι διαλέγουν τον Παύλο Μελά. Κανένας δεν μιλάει για τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Επιλεκτικές μνήμες και επιλεκτικές αναφορές που συνήθως εξυπηρετούν το επιχείρημα.

 Όμως, η ιστορία -και ειδικά η ιστορία της Μακεδονίας- δεν προσφέρεται ούτε για εύκολες απλοποιήσεις ούτε για εθνολαϊκιστικά σόου με χλαμύδες, περικεφαλαίες και κιτς. Είναι αρκετά πολύπλοκη, αρκετά δύσκολη. Σε τελευταία ανάλυση, σήμερα δεν μιλάμε για την ιστορία. Δεν κάνουμε σεμινάριο ιστορίας. Μιλάμε για ένα πολύ σύγχρονο και πολύ πραγματικό και πιεστικό, αν θέλετε, πρόβλημα που μπορεί οι ρίζες του να πάνε πολύ παλιά, όμως αφορά στο σήμερα και το μέλλον της χώρας και όχι το παρελθόν.

Μετά από πολλά, πολλά χρόνια προέκυψε ένα παράθυρο για λύση ενός προβλήματος το οποίο μας ταλανίζει εδώ και είκοσι πέντε τουλάχιστον χρόνια, γιατί η κυβέρνηση στα Σκόπια -για πρώτη φορά- η κυβέρνηση Ζάεφ, ζήτησε την έναρξη διαπραγματεύσεων για την αλλαγή του ονόματος, αναγνωρίζοντας ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης -για πρώτη φορά- το πλαίσιο που είχε βάλει η ελληνική κυβέρνηση, τουλάχιστον από την ενδιάμεση συμφωνία, και είχε επισημοποιήσει και οριστικοποίησε με την περίφημη Σύνοδο του Βουκουρεστίου.

Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Καμμένος ως μέλος της Νέας Δημοκρατίας, το σύνολο του πολιτικού κόσμου πρακτικά είχε σχηματίσει μια εθνική γραμμή, στην οποία αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να προσφύγει η σημερινή κυβέρνηση των Σκοπίων. Το κίνητρο από την πλευρά των Σκοπίων είναι προφανές. Είναι η ευημερία των λαών της Δημοκρατίας των Σκοπίων δια μέσου της εισόδου ,της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ τα οποία σταματάνε ακριβώς γιατί δεν υπάρχει συμφωνία με τη χώρα.

Η ελληνική Κυβέρνηση έσπευσε να συμφωνήσει. Και παρόλο που αναρωτιούνται πολλοί τι κίνητρο έχουμε να λύσουμε αυτό το θέμα τώρα και «γιατί δεν το αφήνουμε, βρε αδερφέ, να σέρνεται», η αλήθεια είναι ότι η ειρήνη και η ευημερία στα Βαλκάνια και η καλή συνεργασία μεταξύ των κρατών και των λαών, ευνοεί τα εθνικά συμφέροντα της χώρας, αναδεικνύει τον ρόλο της Ελλάδας σαν της ισχυρότερης, του παίκτη – κλειδί, αν θέλετε, στην περιοχή και σ’ αυτό που έχει επικρατήσει να λέγεται «δυτικά Βαλκάνια» και ακυρώνει την προσπάθεια της Τουρκίας να μας απομονώσει και να μας περικυκλώσει.

Μ’ αυτή τη λογική και σε αυτό το πλαίσιο έσπευσε ο Ανδρέας Παπανδρέου να υπογράψει την ενδιάμεση συμφωνία. Με αυτή τη λογική από την εποχή των κυβερνήσεων Σημίτη και εντεύθεν η ελληνική εξωτερική πολιτική συμφωνεί και βοηθάει την ένταξη και τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις για όλες τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων, συμπεριλαμβανομένης της FYROM, υπό την αίρεση του συγκεκριμένου προβλήματος και της συγκεκριμένης διένεξης που συζητάμε εδώ, η οποία σταματάει την ένταξη της συγκεκριμένης χώρας.

Η αλλαγή, λοιπόν, στα Σκόπια, η μεγάλη κυβερνητική αλλαγή και τα γενναία, αν θέλετε, βήματα της κυβέρνησης Ζάεφ, έδωσαν ένα παράθυρο για τα Σκόπια, μια ευκαιρία στην κυβέρνηση των Σκοπίων και τον λαό των Σκοπίων. Ταυτόχρονα, έδωσαν και μια ευκαιρία στην Ελλάδα και στα εθνικά μας συμφέροντα, γιατί είναι ευκαιρία και για την Ελλάδα αυτό το παράθυρο επίτευξης συμφωνίας.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έσπευσε να συμφωνήσει και έκανε πάρα πολύ καλά. Το πρόβλημα είναι πως ήταν το τελευταίο πράμα που έκανε πολύ καλά σ’ αυτή την ιστορία. Αμέσως μετά άρχισαν τα προβλήματα.

Ο κ. Καμμένος πήρε τις γειτονιές και άρχισε να υπονομεύει τη συμφωνία, διατρανώνοντας την αντίθεσή του σε αυτά που είχε ήδη συνομολογήσει το 2008, δηλαδή στο erga omnes και στο όνομα με σύνθετο γεωγραφικό προσδιορισμό υπονομεύοντας ουσιαστικά την προσπάθεια λύσης και απειλώντας ότι θα ρίξει την Κυβέρνηση και θα κάνει διάφορα πράγματα, που σήμερα αποδεικνύονται, για ακόμα μια φορά, κουβέντες του αέρα, οι οποίες δεν πραγματοποιούνται μια και σήμερα θα ψηφίσει ο κ. Καμμένος τη στήριξη της Κυβέρνησης και το δικαίωμα του Υπουργού Εξωτερικών να υπογράψει την Κυριακή το πρωί τη Συμφωνία τη συγκεκριμένη που θα γκρέμιζε την Κυβέρνηση, κατά τον ίδιο.

Η συγκεκριμένη στάση του κ. Καμμένου έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα και ήταν και προδιαγεγραμμένα. Πυροδότησε μια αλυσιδωτή αντίδραση σε όλο τον χώρο των ομοϊδεατών του, η οποία είναι η εθνικιστική Δεξιά, η οποία βρίσκεται όχι μόνο δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, αλλά εκτείνεται βαθιά μέσα στη δεξιά της πτέρυγα.

Το αποτέλεσμα ήταν τα γνωστά συλλαλητήρια και οι γνωστές υπερβολές που ακούμε έκτοτε συνεχώς που μας τρυπάνε τα αφτιά, αλλά ταυτόχρονα όσο ο κ. Καμμένος συγκρατούσε το υπερπατριωτικό του μέτωπο, η άλλη μισή Κυβέρνηση, οι συνεταίροι, συγκροτούσαν το και καλά προοδευτικό μέτωπο χαρακτηρίζοντας συλλήβδην όλους τους Έλληνες, που βγήκαν να διαδηλώσουν με πραγματική αγωνία για τη χώρα, την πατρίδα και την Μακεδονία, φασίστες και προσπαθώντας να τραβήξουν μια κόκκινη γραμμή, διαχωρίζοντας των ελληνικό λαό σε δύο διαφορετικές και καλά διακριτές ομάδες, από τη μια μεριά οι κακοί και από την άλλη μεριά οι καλοί -τα διλήμματα, η διλημματική πολιτική- προσπαθώντας ουσιαστικά να δημιουργήσουν ένα διχαστικό κλίμα.

Ήταν πολύ λογικό σε αυτό το πλαίσιο ότι η διπλωματία θα ήταν μυστική, ότι δεν θα προσπαθούσε η Κυβέρνηση, όπως και δεν προσπάθησε, να συζητήσει να συμφωνήσει στο εσωτερικό ή να ενισχύσει το μέτωπο της εθνικής διαπραγμάτευσης απέναντι στους άλλους. Δεν ενημερώθηκε ποτέ η Επιτροπή Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, δεν ενημερώθηκε ποτέ κανένα Πολιτικός Αρχηγός και ξαφνικά ήρθαμε στο σήμερα όπου ανακοινώθηκε ξαφνικά η επίτευξη μιας συμφωνίας και ήρθε στη Βουλή ένα κείμενο το οποίο έχει ένα χαρακτηριστικό, δεν μπορεί κανείς να παρέμβει, δεν αλλάζει, είναι μονογραμμένο από τον Υπουργό Εξωτερικών της γείτονος και τον Υπουργών Εξωτερικών της χώρας. Είναι αυτό, δεν επιδέχεται καμίας αλλαγής.

Στην πραγματικότητα δηλαδή η Κυβέρνηση ασκεί έναν πολιτικό εκβιασμό, είστε με αυτούς ή είστε με τους άλλους. Δεν συζητάμε την ουσία. Το κείμενο, το περιεχόμενο δεν έχει σημασία γιατί είναι ένα σύμβολο, είναι ένα εργαλείο διχασμού. Έρχεστε από εδώ ή είστε από εκεί. Το γεγονός βέβαια ότι το μισό Υπουργικό Συμβούλιο της Κυβέρνησης είναι από εκεί δεν παίζει κανέναν ιδιαίτερο ρόλο προφανώς, γιατί στην παράνοια η οποία επικρατεί με τον κ. Καμμένο άλλες φορές να ψηφίζει και άλλες φορές να μην ψηφίζει, φαίνεται πολύ λογικό τη μία να ψηφίζουμε και την άλλη να μην ψηφίζουμε και κατά τα άλλα να λέμε ό,τι μας κατεβαίνει.

Το κείμενο πραγματικά δεν έχει καμιά συμφωνία. Εμείς όμως πραγματικά δεν είμαστε ούτε από εδώ ούτε από εκεί. Είμαστε με το συμφέρον της χώρας. Δεν συντασσόμαστε ούτε με τους υπερπατριώτες, στους οποίους –δυστυχώς- φαίνεται να προσχωρεί η Νέα Δημοκρατία, που όλο και λιγότερο φαίνεται να θυμάται τις θέσεις τις από το 1991 και μετά, όλο και λιγότερο αναφέρεται στο Βουκουρέστι και στις σύνθετες ονομασίες, ούτε το -και καλά- πατριωτικό μέτωπο, το προοδευτικό το οποίο ουσιαστικά προσπαθεί να στήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να λύσει τα πολιτικά αδιέξοδα που έχει αυτή η Κυβέρνηση που οδεύει προς το τέλος της.

Από την αρχή δηλώσαμε πως θα κρίνουμε τη Συμφωνία σύμφωνα με το εθνικό συμφέρον. Ανακοινώσαμε τα κριτήρια με τα οποία θα την κρίνουμε και στην συνέχεια

 επισημάναμε τα σημεία στα οποία διαφωνούμε και τα οποία θεωρούμε ότι δεν συμφέρουν τη χώρα και ότι δεν καλύπτουν τα εθνικά ζητήματα. Δεν θα τα αναφέρω ξανά, τα έχουμε αναλύσει πάρα πολλές φορές, λόγω χρόνου.

Εμείς πιστεύουμε ότι αυτή εδώ είναι μια καλή αρχή στην προσέγγιση των δύο χωρών μεταξύ τους. Πιστεύουμε ότι υπάρχει λόγος και χρόνος βελτίωσης. Πιστεύουμε ότι υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω διαπραγμάτευσης και καλούμε την Κυβέρνηση να μην το κλείσει με τον τρόπο που το έκλεισε. Δεν υπάρχει για την Ελλάδα ζήτημα παράμετρος χρόνου.

Μπορούμε να συνεχίσουμε και πρέπει να συνεχίσουμε να διαπραγματευόμαστε για το καλό της χώρας. Αρνούμαστε να δεχτούμε το διχαστικό κλίμα που καλλιεργείται εκατέρωθεν δυστυχώς πλέον και δηλώνουμε ότι θα αγωνιστούμε για τη λύση του προβλήματος όπως εμείς θεωρούμε ότι είναι εθνικά συμφέρουσα.

Τελικά, και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε, δεν θα δεχτούμε ποτέ ότι υπάρχουν πατριώτες και προδότες σε αυτήν τη χώρα. Πιστεύουμε πάντα ότι υπάρχουν Έλληνες που αγωνίζονται, από τη σκοπιά τους και με την άποψη τους, για το καλό της πατρίδας και γι’ αυτό θα δουλέψουμε.