Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο του Μιχάλη Κατρίνη, Βουλευτή Ηλείας και Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου Κινήματος Αλλαγής, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»:

Οι περισσότεροι στη χώρα μας συμφωνούμε ότι το Σχέδιο Ανάκαμψης «Ελλάδα 2.0» αποτελεί την τελευταία, ίσως, ευκαιρία να ξεφύγουμε επιτέλους από τη στασιμότητα των τελευταίων ετών και η χώρα μας να κάνει πολλά βήματα μπροστά.

Όμως η Κυβέρνηση, απέναντι σε αυτή την πρόκληση, επέλεξε, αφενός να μην προχωρήσει σε πραγματική διαβούλευση, αφετέρου να μη λάβει υπ’ όψη τις προτάσεις της αντιπολίτευσης και των κοινωνικών φορέων.

Παρουσίασε, με διαδικασίες-εξπρές στη Βουλή, το πρόγραμμα που αποφάσισε η ίδια, στερώντας το πιο βασικό συστατικό για την επιτυχή έκβασή του: την εθνική συναίνεση.

Ως Κίνημα Αλλαγής, ξεκάθαρα θεωρούμε ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι αποτέλεσμα μίας από τις πιο σημαντικές, μέχρι σήμερα, ομόφωνες αποφάσεις της Ε.Ε., ώστε να βοηθηθούν τα κράτη – μέλη να ξεπεράσουν τις επιπτώσεις της πανδημίας και να κάνουν μια νέα αρχή.

  • Η Πράσινη Μετάβαση,
  • Ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός
  • Η Απασχόληση, οι Δεξιότητες και η Κοινωνική Συνοχή
  • Οι Ιδιωτικές Επενδύσεις και ο Μετασχηματισμός της Οικονομίας

ορθώς τέθηκαν από την Ε.Ε. ως Πυλώνες Στρατηγικής Κατεύθυνσης.

Αμφισβητούμε, ωστόσο, και ασκούμε κριτική στον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση έθεσε τις προτεραιότητες υλοποίησης, δεδομένου ότι κυριαρχούν οι αποκλεισμοί, η αυθαίρετη επιλογή συγκεκριμένων έργων αλλά και η εξωφρενική, μερικές φορές, κοστολόγησή τους.

Επιπρόσθετα, στο ελληνικό πρόγραμμα δεν αποτυπώνεται η ελληνική πραγματικότητα, οι ελληνικές ιδιαιτερότητες, οι δικές μας κοινωνικές αξίες, αλλά ούτε και το μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης που ως χώρα έχουμε ανάγκη.

Δεν θα υπάρξει διάχυση των πόρων προς την ευρύτερη κοινωνία και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η οποία μάλιστα τη δεδομένη στιγμή έχει μεγάλη ανάγκη οικονομικής ενίσχυσης .

Όλα δείχνουν ότι τα κονδύλια θα ξοδευτούν εντός ενός κλειστού οικονομικού και επιχειρηματικού κύκλου, που μέλη του έχει τους λίγους και καλούς, με τους οποίους η κυβέρνηση έχει επιλέξει να συνομιλεί και να συνεργάζεται.

Απόδειξη γι’ αυτό είναι η αποδοχή από την Κυβέρνηση της απαίτησης των τραπεζών, να ανατεθεί στις ίδιες η προώθηση των επενδυτικών σχεδίων 12,7 δις από τα δάνεια του προγράμματος.

Με άλλα λόγια, ρευστότητα και δάνεια θα συνεχίσουν να είναι άγνωστα προϊόντα για τους μικρομεσαίους, τους επαγγελματίες ή τους βιοτέχνες, που μετά το ΤΕΠΙΧ ΙΙ και το εγγυοδοτικό πρόγραμμα (όπου πρόσβαση είχαν 30.000 επιχειρήσεις σε σύνολο 400.000 επιχειρήσεων και 830.000 ενεργών επιχειρηματικών ΑΦΜ), αποκλείονται και από το Σχέδιο Ανάκαμψης.

Αγνοείται ,λοιπόν, μια γιγαντιαία κατηγορία που αποτελεί πάνω από το 96,5% του επιχειρείν, δηλαδή η ραχοκοκαλιά της οικονομίας, που απασχολεί περίπου 2 εκατ. εργαζόμενους και δημιουργεί το 64% της συνολικά παραγόμενης εθνικής προστιθέμενης αξίας.

Δεν τα ισχυρίζομαι αυτά απλά από αντιπολιτευτική διάθεση. Είναι ελάχιστες οι αναφορές για έργα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και αυτές αφορούν δράσεις πολύ χαμηλής κλίμακας.

Αντίθετα, άφθονο και φθηνό χρήμα (με εκτιμώμενο επιτόκιο 0,2% – 0,3%) περιμένει, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, τους μεγάλους ομίλους, για να τα διαθέσουν ή και να τα σπαταλήσουν σε δράσεις και έργα, η πλειοψηφία των οποίων δεν θα έχει άμεσα θετικά αποτελέσματα για τους απλούς πολίτες και τα νοικοκυριά.

Για παράδειγμα, πραγματικά αστρονομικό θεωρείται το ποσό των 242,4 εκατ. ευρώ για την «Ψηφιοποίηση Υποθηκοφυλακείων», ένα από τα 12 πρώτα έργα που εντάχθηκαν προς άμεση υλοποίηση, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά για το πώς υπολογίστηκε.

Πέρα από αυτά, δεν προβλέπονται επαρκείς δράσεις για τον πρωτογενή τομέα, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, των οποίων η συνεισφορά στο ΑΕΠ διαχρονικά μειώνεται, με αποτέλεσμα να εξακολουθούμε να εξαρτώμεθα απόλυτα από τις εισαγωγές τροφίμων.

Ούτε περιλαμβάνονται δράσεις κατά της ερημοποίησης της υπαίθρου ή για την ανάσχεση της δημογραφικής γήρανσης της χώρας, ή για άσκηση ουσιαστικής νησιωτικής πολιτικής,για την οποία δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που να στοχεύει στην απεξάρτηση από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και την ανάπτυξη εναλλακτικών οικονομικών δραστηριοτήτων στα νησιά.

Θα περιμέναμε επίσης, μετά τις πολύ δυσάρεστες εμπειρίες από την πανδημία, να υπάρχει έμπρακτη αναγνώριση της αξίας των δημόσιων υποδομών υγείας με ποσό σίγουρα πολύ μεγαλύτερο από το δεσμευμένο των 1.486 εκατ. €, που σαφώς κρίνεται ανεπαρκές για αυτόν τον τόσο κρίσιμο τομέα.

Ακόμη και για το φλέγον ζήτημα της εργασίας, ναι μεν τίθενται αόριστοι στόχοι για αύξησή της αλλά στις σχετικές δράσεις ελάχιστα περιλαμβάνονται :

  • για την αξιοπρεπή εργασία,
  • για την μείωση της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ των δύο φύλων,
  • για την εξάλειψη της άτυπης απασχόλησης, ιδιαίτερα των νέων και των ελαστικών εργασιακών σχέσεων
  • για όσους θα αναζητήσουν μια ασφαλιστική «γέφυρα» μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, π.χ. μέσω κοινωφελούς εργασίας, αφού με την εφαρμογή του πτωχευτικού αρκετοί επαγγελματίες θα αναγκαστούν να κλείσουν τα μαγαζιά τους, ευρισκόμενοι σε ηλικία που δύσκολα θα βρουν θέση στην αγορά εργασίας.

Ένα άλλο ζήτημα που μας ανησυχεί για το Ταμείο Ανάκαμψης, είναι ότι η Κυβέρνηση το διαμόρφωσε, βασιζόμενη στην αδικαιολόγητα υπέρμετρη αισιοδοξία της, υιοθετώντας μονίμως τα πιο ευνοϊκά σενάρια, από όσα κυκλοφορούν, για την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών.

Εδώ πρέπει να θυμίσω ότι το Κίνημα Αλλαγής πολύ έγκαιρα είχε προτείνει εναλλακτικό σχέδιο που συνοπτικά προέβλεπε τα εξής:

  • Πρόσθετα άμεσα μέτρα για να μείνει ζωντανή η οικονομία και όρθια η κοινωνία με απορρόφηση 20% των πόρων
  • Θεσμοθέτηση κινήτρων για την επανεκκίνηση της οικονομίας μέσα σε μία διετία με απορρόφηση 10% των πόρων
  • Ολοκλήρωση των υποδομών υγείας, των δημοσίων υποδομών και των συστημάτων κοινωνικής προστασίας μέσα σε μια τριετία με απορρόφηση 20% των πόρων
  • Στροφή στην παραγωγή, την αγροτική οικονομία, τη μεταποίηση, τον ενεργειακό τομέα και τις ανθεκτικές μορφές τουρισμού, με στοχευμένες κλαδικές πολιτικές ιδίως για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, που θα δημιουργήσουν ποιοτικές θέσεις εργασίας, με απορρόφηση του 50% των πόρων του προγράμματος

Την ανάγκη αναμόρφωσης του ήδη εγκεκριμένου σχεδίου δυστυχώς ανέδειξαν ακόμα περισσότερο οι καταστροφικές πυρκαγιές του φετινού Αυγούστου. 

Στο Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να υπάρχει ανασχεδιασμός των δράσεων σε σχέση και με περιβαλλοντικούς σκοπούς, αλλά και σε σχέση με τη στήριξη της εργασίας και την πραγματική οικονομική ανασύσταση των περιοχών.

Επιμένουμε ότι το Ταμείο Ανάκαμψης δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός ενός βίαιου μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, με την εξαφάνιση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Για εμάς στο Κίνημα Αλλαγής, δε νοείται ανάπτυξη για το 1/3 του πληθυσμού και αποκλεισμός για όλους τους υπόλοιπους.

Δυστυχώς, όμως, το μοντέλο που μας προτείνει η Κυβέρνηση ελάχιστα ανταποκρίνεται σε αυτό το στόχο και επιπρόσθετα δεν υπηρετεί κοινωνικές αξίες, ούτε εξασφαλίζει συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους. Και γι’ αυτό, πολύ φοβάμαι ότι δε θα συμβάλλει στην ουσιαστική ανασυγκρότηση της χώρας και τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Παναγιώτης Βλάχος: «Κόμμα ή χαβαλές; Μια απάντηση με αφορμή τα παπούτσια ΜΠΑΣΟΚ»Φίλιππος Σαχινίδης: «Ζυγίζοντας το καλάθι της ΔΕΘ χάνεται η ουσία της συζήτησης»