Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο Μανώλη Χριστοδουλάκη, Γραμματέα Κινήματος Αλλαγής, στο iEidiseis: 

Χρυσή Αυγή: Μία περιθωριακή φυλλάδα, τη δεκαετία του 2000, γνωστών, ή και όχι τόσο γνωστών, ακραίων αντιλήψεων, απευθυνόμενη σε αυτό το κομμάτι της κοινωνίας μας – τόσο μικρό, έως μη μετρήσιμο – που δεν ήξερες καν αν τελικά υπάρχει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζες. Δεν ήξερες για την οργανωτική της διάρθρωση, δεν ήξερες το περιεχόμενο του «άκρου», δεν ήξερες τις σκληρές ρατσιστικές και φυλετικές του προεκτάσεις, δεν ήξερες τα αντισημιτικά προτάγματα, τη θεωρία της άριας φυλής, τη στρατιωτική οργάνωση, τη γνήσια έκφραση του νεοναζισμού στη χώρα μας. Δεν το ήξερες, αλλά δεν σε ένοιαζε, δεν με ένοιαζε, γιατί ήταν μη μετρήσιμο… Σχεδόν δεν υπήρχε.

Μέχρι που άρχισε να υπάρχει. Κάποια στιγμή το είδες δίπλα σου όταν «αγανακτήσατε» μαζί. Δεν του έδωσες σημασία, γιατί τότε προείχαν οι «προδότες». Ίσως και να μουντζώσατε μαζί τη Βουλή για να «καεί» μία ώρα αρχύτερα, αλλά δεν ανησύχησες για τη δημοκρατία, ίσως γιατί «η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Είδες την «κρεμάλα» τους στην πάνω πλατεία στο Σύνταγμα, αλλά δεν άκουσες τον μισαλλόδοξο οχετό, ίσως δεν σε άφηνε ο θόρυβος από τα κατσαρολικά. Τον είδες να επιτίθεται σε πολιτικούς, αλλά δεν ένιωσες να απειλείσαι, εξάλλου αυτοί «κατέστρεψαν» τη χώρα. Ακούσατε τους ίδιους μύθους, τους πιστέψατε μαζί, μπορεί και όχι, άρχισες όμως σίγουρα να τον συνηθίζεις. Στην εικόνα σου, στην αισθητική σου, στο θυμό σου.

Και ήταν τόσος ο θυμός σου, που στο έλλειμμα του πολιτικού του προσανατολισμού, αποδέχτηκες σιωπηρά και τη ρατσιστική προέκταση του μίσους. Που στη δική σου ανασφάλεια βρήκε πρόσφορο έδαφος η ξενοφοβία, για να την ερμηνεύσει. Που στο «αυτά τα χέρια είναι τουλάχιστον καθαρά» του Μιχαλολιάκου, δεν συγκράτησες το ότι «μπορεί να χαιρετούν ναζιστικά». Που η εθνική σου αυτοπεποίθηση σκίρτησε από το στρατιωτικό πρόσταγμα «εγέρθητι» του Καιάδα. Που το ποτήρι νερό στην Κανέλη σου φάνηκε μάλλον αστείο, γιατί δεν ήσουν ΚΚΕ. Που ο αγκυλωτός σταυρός στο μπράτσο του Κασιδιάρη ήταν «in» και η στολή παραλλαγής της μόδας. Που ο Αλίμ Αμπντούλ Μάναν και ο Σαχζάτ Λουκμάν δεν σου φάνηκαν γνωστοί, γιατί δεν ήταν Έλληνες. Που οι τραμπουκισμοί στη Βουλή ήταν το «να τα πει κάποιος όπως πρέπει». Που στην ομπρέλα του «γιατί οι άλλοι καλύτεροι είναι», χώρεσες από κάτω οτιδήποτε διήγειρε το θυμικό σου. Όχι για τη χώρα, αλλά για την εκδίκηση. Που για να φύγουν «αυτοί», ας έρθει οποιοσδήποτε.

Εσύ φταις; Όχι μόνο. Φταίνε και όσοι σου άφησαν το περιθώριο να το κάνεις, δε σε έπεισαν για τη δύναμη της δημοκρατίας, δεν ενέπνευσαν την εμπιστοσύνη σου, έκαναν λάθη, δεν απάντησαν στις αγωνίες σου, στην ελπίδα σου, στα καθημερινά σου προβλήματα. Αλλά φταις και εσύ, που αναζήτησες τη λύση σου, όχι μόνο εκτός των ορίων του πολιτικού ρεαλισμού, αλλά και εκτός των ορίων της δημοκρατίας.

Μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου του 2013. Γιατί είθισται να λέμε ότι μέχρι πριν μπορούσες να μη γνωρίζεις – διαφωνώ – αλλά τουλάχιστον μετά όχι. Ο Παύλος Φύσσας πλήρωσε με τη ζωή του την παύση του δικαιώματος στην «άγνοια». Το ίδιο και η μητέρα του Μάγδα, σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα.

Από τότε πέρασαν 7 χρόνια. 7 χρόνια που μάλλον δεν επαρκούσαν για να καταδείξουν τις ευθύνες της νεοναζιστικής συμμορίας ως εγκληματικής οργάνωσης. Η Χρυσή Αυγή τέθηκε εκλογικά εκτός Βουλής, αλλά ο λεκές στη δημοκρατίας μας παρέμεινε.

Στις 7 Οκτωβρίου, δεν μπορούμε να τον ξεβγάλουμε, μπορούμε όμως να τον απαλύνουμε. Και σίγουρα όχι εμείς. Γιατί η δύναμη της δημοκρατίας, είναι η θεσμική της απάντηση ακόμα και στους χειρότερους εχθρούς της. Για εμάς, δεν υπάρχει χώρος κατάδειξης – έστω και της προφανούς – δικονομικής απόφασης. Δεν θα ερμηνεύσουμε τη διάκριση των πολιτειακών πυλώνων κατά το δοκούν. Αυτό που απομένει όμως σίγουρα για εμάς, είναι η συλλογική ευθύνη, ώστε αυτός ο λεκές, του φασισμού και του νεοναζισμού, να μην λερώσει ποτέ ξανά τις ψυχές μας, την κοινωνία μας, τις συλλογικές μας συνειδήσεις, τους θεσμούς και τη δημοκρατία μας. Και αυτό… είναι θέμα μόνιμου αγώνα.

Ούτε στην Ελλάδα, ούτε πουθενά.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Παναγιώτης Βλάχος: «Ο διπρόσωπος "Ιανός"»Θόδωρος Μαργαρίτης: «Η άμυνα της Δημοκρατίας»