Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Ομιλία του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του Κινήματος Αλλαγής, Κώστα Σκανδαλίδη, στη συζήτηση για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Ταχεία πολιτική δίκη, προσαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας για την ψηφιοποίηση της πολιτικής δικαιοσύνης, άλλες τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης»..

Πρέπει να ομολογήσω ότι είναι πάρα πολλές φορές που οι δικηγόροι όταν μιλούν με εκνευρίζουν. Δεν είμαι δικηγόρος, αλλά πρέπει να πω ότι σήμερα, ακούγοντας τους συναδέλφους από τα κόμματα, αλλά κυρίως από αυτά που είπανε τόσο η Εισηγήτρια του Κινήματος Αλλαγής όσο και ο Γιώργος Καμίνης -φαντάζομαι και από αυτά που συζητάμε με τον Γιώργο Μουλκιώτη, θα μιλήσει μετά- τους θαυμάζεις για τις γνώσεις τους και για την ακριβολογία τους πάνω σε τέτοια θέματα νομικού χαρακτήρα.

Εγώ θα περιοριστώ σε μερικά πολιτικά σχόλια που έχουν σχέση με τη στάση μας απέναντι στο νομοσχέδιο και τις βασικές αιτίες με βάση τις οποίες το καταψηφίζουμε. Ο πολίτης βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο πολλαπλών εξελίξεων που αφορούν τη ζωή του. Ανατρέπουν κυριολεκτικά τον τρόπο και τις συνθήκες διαβίωσης. Ενώ οι εξελίξεις στην οικονομία, παρά την αναπτυξιακή ευφορία και τους κομπασμούς της Κυβέρνησης, δεν τον θεραπεύουν από τα προβλήματα, έχει απέναντί του μια διακυβέρνηση που του αφαιρεί συνεχώς και έμπρακτα θεμελιακά του δικαιώματα στην εργασία, στην ισηγορία, στην ασφάλεια, με αποτέλεσμα ένα δυσοίωνο μέλλον φαίνεται ότι τον περιμένει.

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από μια Κυβέρνηση που θέλει να λέγεται εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική να πολλαπλασιάζει αντί να περιστέλλει σε  συνθήκες ανασφάλειας τις ασφαλιστικές δικλείδες που εξυπηρετούν και κατοχυρώνουν και διευρύνουν τα δικαιώματα και όχι να τα αμφισβητεί και να τα περιστέλλει. Νομίζω ότι αυτή είναι μια γενική πολιτική παρατήρηση σχεδόν σε όλα τα νομοσχέδια που φέρνει η Κυβέρνηση.

Έρχομαι στο συγκεκριμένο θέμα. Με τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου επιταχύνεται η αναπτυξιακή διαδικασία; Κανένας δεν διαφωνεί για τον στόχο και την ανάγκη, φτάνει να μη στερούνται οι διάδικοι βασικών δικαιωμάτων, φτάνει οι δίκες να μην καταντούν μεροληπτικές, φτάνει να μπορεί να υπερασπίζεται τον εαυτό του ανά πάσα στιγμή. Πρέπει να ομολογήσω ότι πολλές από τις διατάξεις του νομοσχεδίου επιτρέπουν αυτή τη διαδικασία να προχωρήσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο και σε αυτές δεν θα είχαμε καμία ουσιαστική αντίρρηση.

Έρχομαι τώρα στην ουσία για τη βασική μας διαφωνία. Γιατί καταργήθηκε από το 2015 στην πολιτική δίκη η ζωντανή μαρτυρία στην αποδεικτική διαδικασία και αντικαταστάθηκε η μαρτυρική απόδειξη με τις ένορκες βεβαιώσεις. Το ερώτημα είναι πώς αποφασίζει ο δικαστής και αν αυτή η διαδικασία συνιστά μια δίκαιη δίκη, όταν η αλήθεια δεν αποδεικνύεται μέσα από τη μαρτυρική κατάθεση, όταν ο δικαστής απλώς θα διαβάζει έγγραφα για να πάρει αποφάσεις.

Πρέπει να ομολογήσω ότι θα περίμενα από μια Κυβέρνηση που έχει την εμπειρία αυτών των χρόνων ότι θα τολμούσε να καταργήσει την απαγόρευση της μαρτυρικής κατάθεσης στην ακροαματική διαδικασία. Δεν το κάνατε. Ο φόρτος από την εφαρμογή του μέτρου από το 2015 μπορεί να μετριάστηκε στα περιφερειακά πρωτοδικεία. Στα μεγάλα, όμως, όπως είναι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, οι υποθέσεις στοιβάζονται και οι διαδικασίες εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά χρονοβόρες. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι εδώ υπάρχει μια ατολμία η οποία δεν θεραπεύεται από τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση.

Έρχομαι τώρα στην πολιτική δίκη. Προφανώς, είναι άλλο οι διοικητικές διαφορές όπου διάδικος είναι το Δημόσιο και άλλο η πρόβλεψη που αφορά τις πολιτικές υποθέσεις. Πρώτα απ’ όλα, η συγκεκριμένη ρύθμιση εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας. Υπονομεύει τον συνταγματικά προβλεπόμενο έλεγχο της συνταγματικότητας από τα πολιτικά δικαστήρια. Ο συγκεντρωτικός έλεγχος δεν συνάδει με την διοικητική παράδοση και το συνταγματικό κεκτημένο της χώρας. Ο θεσμός για τις ιδιωτικές διαφορές δεν εφαρμόζεται με αυτόν τον τρόπο σε κανένα άλλο σύστημα, σε καμία άλλη έννομη τάξη. Δεν μπορεί να υπάρξει ευθεία αντιστοίχηση της διαδικασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας όπου ο διάδικος είναι το Δημόσιο με αυτή των πολιτικών υποθέσεων.

Η εφαρμογή στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και η εμπλοκή απευθείας του Αρείου Πάγου δεν δίνει ουσιαστικά λύση στο πρόβλημα. Γιατί είναι χιλιάδες οι διαφορές, δεν είναι δυνατόν να ισοπεδώνονται, δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν επιλεκτικά και δεν είναι δυνατόν, σε τελευταία ανάλυση, να προκαλούν δεδικασμένο με βάση το οποίο ουσιαστικά εντάσσονται σε κοινό παρονομαστή ανόμοιες μεταξύ τους υποθέσεις. Παραδείγματος χάρη, οι αγωγές για καταχρηστικές συμβάσεις των τραπεζών. Μία απόφαση μπορεί να προκαλέσει σωρεία άλλων, εναντίον ουσιαστικά των αδύνατων.

Η εμπλοκή του Αρείου Πάγου φορτώνει το ανώτατο δικαστήριο με ευθύνες και αποφάσεις που δεν ξέρω αν αυτή την εποχή είναι ικανό να σηκώσει και κάτω από ποιες διαδικασίες. Θα έρθω, όμως, σε αυτό στο τέλος.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αυτή η διαδικασία βάζει τον αδύναμο απέναντι στον δυνατό, αυτόν που του παίρνουν το σπίτι σε πλειστηριασμό, αυτόν που απολύεται αυθαίρετα και ζητά το δίκαιό του, αυτόν που διεκδικεί δίκαιη επίλυση στις εργασιακές διαφορές. Πλήττονται οι διάδικοι και εξυπηρετούνται τράπεζες και συμφέροντα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η διαδικασία των πλειστηριασμών, που μόνο με την εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή και χωρίς δικαστικό έλεγχο παίρνονται οι ουσιαστικές αποφάσεις, αυτές που μετατρέπουν αυτόματα τη συγκεκριμένη αρχική εκτίμηση από το 100% στο 80% και στη συνέχεια στο 65%.

Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Εγώ από παλιά που ήμουνα στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ήξερα και ξέρω ότι χιλιάδες αγρότες έχουν υποθηκευμένη ουσιαστικά την περιουσία τους, η οποία μπορεί να ξεπουληθεί ανά πάσα στιγμή, να πάει σε ξένα χέρια. Δεν το λέω κινδυνολογώντας. Αυτό θα συμβεί. Μεγάλες εκτάσεις, μεγάλες ιδιοκτησίες, μικρές τιμές, εύκολα για τις τράπεζες και τους πλειστηριασμούς με τον τρόπο που τους οργανώνετε, ουσιαστικά να απωλέσουν την περιουσία τους οι άνθρωποι.

Και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο γι’ αυτή την συγκεκριμένη εισαγωγή της πολιτικής δίκης θεωρώ ότι μπαίνει μία βόμβα στα θεμέλια του δικαιακού συστήματος της χώρας. Γι’ αυτό εμείς καταψηφίζουμε επί της αρχής.

Κι ένα τελευταίο σχόλιο. Η Δικαιοσύνη είναι ο στυλοβάτης στη θεσμική συγκρότηση της Δημοκρατίας, μια συντεταγμένη και ανεξάρτητη εξουσία. Κατά καιρούς επιχειρήθηκαν και γίνονται αλλαγές. Έχουν βελτιώσει αρκετά τα πράγματα. Άλλα θέματα χρονίζουν. Ένα από αυτά είναι πραγματικά ο απεριόριστος χρόνος με βάση τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις και πρέπει να υπάρχει δραστική συρρίκνωσή του.

Πάντοτε, όμως, κύριε Υπουργέ, ήξερα ότι όλες αυτές οι αλλαγές, όσες έχω ζήσει και σε όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με την πολιτική, γίνονται με τη σύμφωνη γνώμη, την εισήγηση και τη θετική απόφαση και συμβολή των δικαστηρίων, των δικαστικών αρχών και του νομικού κόσμου της χώρας, που έχει πάντα την απόλυτη γνώση και συμμετοχή στο πώς μπορούν να βελτιωθούν τα πράγματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και έχω την αίσθηση, ότι ο τρόπος που φέρατε και αυτό το νομοσχέδιο, είναι ένας τρόπος ο οποίος ουσιαστικά δεν χρησιμοποιεί, δεν αποδέχεται τη γνώμη και την άρνηση, αν θέλετε, να συνθέσει τις απόψεις και τις προτάσεις που υπάρχουν, ώστε να γίνει πιο σημαντικό, πιο ουσιαστικό, πιο σωστό.

Ουσιαστικά, ενώ υπάρχουν μερικές θετικές ρυθμίσεις, επιχειρείται ένας εκσυγχρονισμός με τρόπο που χειρίζεστε το θεσμό σαν να εργαλειοποιείτε την ίδια τη Δικαιοσύνη και συγκεκριμένα τον Άρειο Πάγο. Και πιστεύω ότι είναι το πρόσχημα η συρρίκνωση του χρόνου για να μπούμε σε μια άλλη διαδικασία, που έχει ξεφύγει η χώρα μας εδώ και πάρα πολλά χρόνια από αυτήν και από αυτή την παρέμβαση στο χώρο.

Θα ήθελα να διασκεδάσετε αυτούς τους φόβους μας και να μας πείτε πώς ακριβώς και τι θα βελτιώσετε στο νομοσχέδιο σας, προκειμένου να αποκτήσει ένα σωστό και θετικό χαρακτήρα.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Γιώργος Αρβανιτίδης: «Να σταματήσουν πια οι "γκρίζες ζώνες" στα ενεργειακά τιμολόγια»Γιώργος Μουλκιώτης: «Η Κυβέρνηση, με ψευδεπίγραφες μεταρρυθμίσεις, διαλαλεί την επιτάχυνση της δικαιοσύνης χωρίς να διασφαλίσει την ουσιαστική απονομή της»