Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Ομιλία του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του Κινήματος Αλλαγής, Κώστα Σκανδαλίδη, στην ολομέλεια της Βουλής στη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για την κύρωση της σύμβασης μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τη θαλάσσια ρύπανση.

Σε σχέση με τη Σύμβαση για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τυχόν ρύπανση από πετρέλαιο ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει και μάλιστα, θα έλεγα ότι είναι κάτι πάρα πολύ θετικό, γιατί υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα που είναι και τωρινό και μελλοντικό σε ό,τι αφορά τα θέματα που αφορούν το περιβάλλον και τη δυνατότητα επιβίωσης των ανθρώπων στις περιοχές τους.  Άρα, είμαστε θετικοί και ασφαλώς υπερψηφίζουμε και για λόγους αρχής, αλλά και γιατί αυτό επιβάλλει το εθνικό συμφέρον.

Μου δίνεται, όμως, η ευκαιρία, πέρα από αυτό καθαυτό το περιεχόμενο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, να διατυπώσω κάποιες επίκαιρες και ευρύτερες σκέψεις που μας επιτρέπει η Σύμβαση, μέσα σε δύο, τρία λεπτά. Είναι σκέψεις που αφορούν τις νέες κατανομές ισχύος που επιχειρούνται στις περιοχές της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Δεν είναι τυχαία ούτε η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών σε ό,τι αφορά τον αγωγό, ούτε όλα όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο σε όλο το τόξο που ανάγεται, ξεκινώντας από την Ουκρανία και φτάνοντας μέχρι το υπογάστριο της Ρωσίας, σε όλο αυτό το τόξο, γιατί παίζεται ένα πάρα πολύ σημαντικό στρατηγικό παιχνίδι που αφορά τους νέους στρατηγικούς διακανονισμούς που εξελίσσονται και βρίσκονται σε μια περίοδο υλοποίησης.

Το λέω αυτό γιατί πράγματι αυτό που αναφέρεται σήμερα ως ουκρανικό πρόβλημα, που είναι η αντιπαράθεση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία πάνω στα θέματα που έχουν σχέση με τα διασυνοριακά, αυτό που έχει σχέση με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό των Δυτικών Βαλκανίων και την ολοκλήρωση της ένταξης όλης της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό που έχει σχέση με το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, όπου τουρκογενείς πληθυσμοί έχουν άμεση σχέση με την Άγκυρα και με τη δυνατότητα που έχει η Τουρκία να αποτελεί εσαεί έναν στρατηγικό σύμμαχο για τη Δύση, είναι μια ολόκληρη πολιτική που θέλει να μην επιτρέψει -αυτά είναι θέματα που τα έχουν αναλύσει ήδη οι Αμερικανοί από τη δεκαετία του 1990- την επάνοδο της Ρωσίας ως υπερδύναμης, αλλά ως μιας περιφερειακής δύναμης. Και ιδιαίτερα σε αυτή την εποχή που με την Κίνα υπάρχει όλη αυτή η αντιπαράθεση και η πόλωση εν είδει ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, είναι φανερό ότι αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αμερική.

Πρέπει, λοιπόν, να πούμε για αυτά ότι η Τουρκία, που είναι κρίσιμος στρατηγικός σύμμαχος της Δύσης, έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο τον οποίο δεν μπορεί να διαπραγματευτεί η Αμερική εύκολα σε ό,τι αφορά την αξία του και τη σημασία του.

Άρα, λοιπόν, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οτιδήποτε έχει σχέση με επιμέρους αποφάσεις που αφορούν γεγονότα στην περιοχή.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι ευρωτουρκικές σχέσεις πρέπει να ιδωθούν κάτω από το πρίσμα αυτών των εξελίξεων. Υπάρχει στην Ελλάδα, βέβαια, μια εκφρασμένη εξωτερική πολιτική που δύσκολα βρίσκει διαφωνίες ανάμεσα στα κόμματα, που αφορά την απόπειρα διαμόρφωσης διμερών ή πολυμερών συνεργασιών στο πλαίσιο μιας δυναμικής διπλωματίας. Αυτό κάνουμε και καλά το κάνουμε μέχρι τώρα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν έχουμε αξιοποιήσει τα στρατηγικά μας πλεονεκτήματα για τον δικό μας ρόλο και αν η διαπραγμάτευση αυτή είναι τόσο αποτελεσματική για τη γεωστρατηγική μας θέση και για τα δικά μας συμφέροντα.

Εγώ, λοιπόν, ισχυρίζομαι -το έχω πει και άλλη φορά στο Κοινοβούλιο- ότι δύο ταξίδια Ελλήνων Πρωθυπουργών τελευταία στην Αμερική -το ένα με τον κ. Τσίπρα και το άλλο με τον κ. Μητσοτάκη- δεν απέδωσαν τα αποτελέσματα που θα έπρεπε σε μια επαναδιαπραγμάτευση της δικής μας θέσης στην περιοχή σε ό,τι αφορά τα συμφέροντά μας και την πορεία μας.

Αυτό είναι μια κριτική που δεν γίνεται για λόγους αντιπολιτευτικούς, αλλά με την αγωνία ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι η γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας μας στην περιοχή αυτή την εποχή είναι δυνατή και έχει δύο τεράστιους κλώνους. Ο ένας είναι η επάνοδός της στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων ως δυναμικού εταίρου και όχι ως ουραγού και ο δεύτερος είναι ότι με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουμε μπορεί η διαπραγμάτευση με τη Δύση να μας δώσει τη δυνατότητα να αναβαθμίσουμε στρατηγικά τη θέση μας στην περιοχή. Είναι ο στόχος της χώρας για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Μέσα σε αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσει –και θα το επαναλάβω, θα γίνω μονότονος- μια συζήτηση σε εθνικό επίπεδο ανάμεσα στα κόμματα, ανάμεσα στο Κοινοβούλιο, παντού για τους νέους στόχους μιας εθνικής στρατηγικής σε αυτή τη φάση, που είναι πιο μεγάλοι, πιο σημαντικοί από αυτά που φαίνονται αυτή την εποχή στο προσκήνιο και που προσδιορίζουν οι επόμενες μέρες, οι επόμενοι μήνες ή τα επόμενα πρώτα χρόνια. Είναι η κρίσιμη εποχή, έχουμε την ευκαιρία μας άλλη μία φορά, έχουμε τους κινδύνους μας που μεγαλώνουν από την απειλή. Όμως, αυτά θα έπρεπε να αποκτήσουν μια άλλη προτεραιότητα στον δημόσιο διάλογο και στον διάλογο που γίνεται μέσα στο Εθνικό Κοινοβούλιο για τα συμφέροντα της χώρας.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Νάντια Γιαννακοπούλου: «Οφείλουμε να ασχοληθούμε πιο ενεργά και αποφασιστικά με τα ζητήματα των Ρομά, χωρίς στερεότυπα»Τομείς Πολιτικής Ευθύνης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κινήματος Αλλαγής