Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Η ομιλία του Κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Κινήματος Αλλαγής, Κώστα Σκανδαλίδη, στη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών χωρίζεται σε τρεις επιμέρους ενότητες:

  1. Για τις εκλογές.

Θέλω να κάνω, κατ’ αρχάς, ένα σχόλιο που έχει σχέση με την εκλογολογία. Διάβασα το πρωί στην «Καθημερινή» μια δήλωση του κ. Πέτσα, ότι δεν θα πάμε σε πρόωρες εκλογές, γιατί σε μια περίοδο αναταραχής, όπως αυτή, είναι λογικό ο πολίτης να θέλει να τιμωρήσει την Κυβέρνηση.

Πέρα από την ατυχή δήλωση, έρχεται να συνεχίσει μια συζήτηση. Και εγώ θα διαφωνήσω απολύτως με τον Υπουργό των Εσωτερικών, γιατί από την εμπειρία που έχω και από τη γνώση των εξελίξεων εδώ και καιρό η Κυβέρνηση διοχετεύει στον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επίμονα μια συζήτηση περί εκλογών, την οποία ο Πρωθυπουργός κάθε που του δίνεται η ευκαιρία την αρνείται και την ξορκίζει. Τι να κάνουμε, μετά το τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο που είπε ο Πρωθυπουργός τα γνωστά, βγήκε στην επιφάνεια ο νόμος που έχει σχεδιαστεί για το πώς θα είναι ο καινούργιος εκλογικός νόμος. Λέω ένα παράδειγμα.

Παράλληλα, λοιπόν, πάλι από την Κυβέρνηση διοχετεύονται σενάρια αλλαγής του εκλογικού νόμου ή καλύτερα αλλαγής στην αλλαγή του εκλογικού νόμου, για τον οποίο μόλις πριν από λίγο καιρό η ίδια η Κυβέρνηση ανέλυσε τους λόγους της μοναδικής του χρησιμότητας, της δημοκρατικής του, εάν θέλετε, αξίας και της πάγιας εφαρμογής του. Μάλιστα, για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, σχετικές βερσιόν της αλλαγής έχουν δημοσιευτεί σε έγκυρες εφημερίδες, όπως «Τα Νέα» και η «Καθημερινή».

Αυτό σημαίνει ότι το Υπουργείο σας, κύριε Υπουργέ, επεξεργάζεται κάτι περί αυτού. Υπουργός Εσωτερικών είστε, από τον Πρωθυπουργό παίρνετε εντολές, είναι δουλειά σας να επεξεργάζεστε και διαφορετικά σενάρια.

Ο Πρωθυπουργός υπερασπιζόμενος την επιμονή του στα θέσμια και τους ορθούς κανόνες του παιχνιδιού επίσης δείχνει να αντιστέκεται, αλλά με πιο έμμεσο τρόπο. Το ερώτημα τόσο για τον χρόνο των εκλογών όσο και για την αλλαγή του εκλογικού νόμου είναι γιατί η Κυβέρνηση διοχετεύει η ίδια και κρατά στην επικαιρότητα αυτήν τη συζήτηση και δεν την αρνείται διαρρήδην; Και θέλουμε να μας αποκαλύψετε τα σχέδιά σας, αν υπάρχουν σχέδια, στα διάφορα εναλλακτικά σενάρια που επεξεργάζεστε.

Οι ασκήσεις επί χάρτου, το ξέρετε πολύ καλά, είναι ίδιον των Υπουργών Εσωτερικών. Και εσείς είστε από αυτούς που τους αρέσει το άθλημα, όπως προκύπτει από τα νομοθετήματα που εισηγείστε. Γιατί δεν ξεχνάμε ότι ακόμα και τον νόμο για την ψήφο των αποδήμων τον αλλάξατε μετά από λίγο καιρό, προσθέτοντας κάτι έστω που δεν ήταν τόσο σημαντικό όσο το να αλλάξεις συνολικά έναν εκλογικό νόμο που στο όνομα της δημοκρατίας, στο όνομα της σωστής αντιπροσώπευσης, της αποτελεσματικότητας του πολιτεύματος έρχεται μια κυβέρνηση, τον εισηγείται, επιμένει να τον ψηφίσει και τον ψηφίζει μετά από τόση συζήτηση και μέσα σε ελάχιστους μήνες να θέλει να τον αλλάξει για λόγους καθαρά μικροκομματικής σκοπιμότητας και της πιθανότητας των άμεσων εκλογών, που πιθανά έχει σταματήσει να ισχύει πια η βεβαιότητα στο σενάριο διπλές εκλογές, αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία.

Δεν μπορεί, όμως, να μπαίνει το δίλημμα στον ελληνικό λαό: Ή θα έχετε αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία ή δεν θα έχετε κυβέρνηση. Αυτό είναι ένα ψευτοδίλημμα που απαντά λάθος στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου θα έπρεπε αυτή η συζήτηση να μην υπάρχει και να υπάρχουν πολλά διαφορετικά πράγματα που αφορούν τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, η περιοχή μας, ο κόσμος και οι πολίτες κυρίως στο σύνολό τους.

Άρα, θα επαναλάβω για ακόμα μια φορά αν θέλετε να κάνετε εκλογές, πέστε το και κάντε εκλογές. Εμάς οι εκλογές μάλλον μας ωφελούν αυτήν την εποχή. Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να συντηρείται αυτή η εκλογολογία άλλο, δεν βοηθάει σε τίποτα. Βοηθάει σε έναν αποπροσανατολισμό που δεν οδηγεί πουθενά τα πράγματα, απλά μεγαλώνει τα αδιέξοδα. Δεν μπορεί να συντηρείται και να σκιάζει την πολιτική ζωή της χώρας. Αυτό είναι το ένα θέμα που αφορά την μία δήλωση.

2. Για την νομοθέτηση της Κυβέρνησης.

Υπάρχει άλλη μια δήλωση, για την οποία θέλω να κάνω το δεύτερο σχόλιο μου που αφορά τη νομοθέτησή σας. Είναι μια δήλωση που μάλλον σας ξέφυγε χτες σε μια ερώτηση που έκανε η κυρία Λιακούλη όπου είπατε, το διαβάζω από τα Πρακτικά: «Παρεμπιπτόντως για τα ζητήματα της διαβουλεύσεως, γιατί συχνά διαφωνούμε, θα σας το πω για μια ακόμη φορά. Η διαβούλευση είναι τυπική διαδικασία. Δεν είμαστε καθόλου θεσμικά και νομικά υποχρεωμένοι ως Κυβέρνηση να σας ενημερώνουμε για τις προθέσεις μας. Αυτές εκδηλώνονται την ώρα που επιλέγουμε εμείς, με τον τρόπο που επιλέγουμε εμείς και διαβουλευόμαστε έτσι όπως προβλέπει ο νόμος και έτσι όπως προβλέπει ο Κανονισμός στο Κοινοβούλιο. Κατά τα λοιπά αν επιλέξετε κάποια στιγμή να στηρίξετε την Κυβέρνησή μας, τότε βεβαίως θα αλλάξουν οι σχέσεις μας. Μέχρι τότε οι σχέσεις είναι καθαρές. Εμείς κυβερνάμε, εσείς αντιπολιτεύεστε».

Ακούστε τώρα. Στο γράμμα του νόμου και του Κανονισμού της Βουλής έχετε δίκιο, στο πνεύμα του Συντάγματος υπάρχει κατάφωρη παραβίαση. Διότι  δημοκρατία χωρίς διαβούλευση ή κατά το δοκούν της οποιασδήποτε κυβέρνησης είναι το προοίμιο της απολυταρχικής εξουσίας.

Δεν ξέρω αν σας αρέσει αυτό το πράγμα και το λέτε με τέτοια ελαφρότητα. Το λέτε σε μια στιγμή που έζησα προηγούμενα στην Επιτροπή Οικονομικών το ίδιο πράγμα και θα το πω τώρα, γιατί νομίζω ότι είναι κρίσιμο για την λειτουργία του Κοινοβουλίου. Κατεβαίνει ένας νόμος που είναι σημαντικός -θα έρθω στον δικό σας νόμο μετά- που έχει διαφορετικά θέματα που είναι σημαντικά. Την Παρασκευή γίνεται η πρώτη ανάγνωση, τη Δευτέρα οι φορείς, μετά τα άρθρα, Τρίτη σήμερα γίνεται η δεύτερη ανάγνωση και αύριο έρχεται στην Ολομέλεια.

Θέλω να μου πείτε πώς εκφράζεται η διαβούλευση εντός του Κοινοβουλίου για τα θέματα αυτά; Δηλαδή εγώ έκανα μια ομιλία την Παρασκευή. Τι να πω σήμερα στη δεύτερη ανάγνωση όταν η Κυβέρνηση τη δεύτερη ανάγνωση ουδέποτε σε κανένα νομοσχέδιο δεν την χρησιμοποίησε, όπως λέει το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού της Βουλής και ούτε καν τις προθεσμίες υλοποιεί ποτέ! Αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Η δεύτερη ανάγνωση σημαίνει ότι έρχεται η κυβέρνηση μετά τη συζήτηση και φέρνει τις αλλαγές στο νόμο μετά τη διαβούλευση που έγινε στην Επιτροπή για την πρώτη ανάγνωση και τα άρθρα.

Τότε, καταργήστε τη δεύτερη ανάγνωση. Τι να την κάνετε;

Θέλω να πω επειδή ποτέ δεν έγινε αλλαγή στις μέρες σας σοβαρή σε νομοθέτημα που φέρνετε και υπήρχαν αντιρρήσεις από τα κόμματα και τη Βουλή, καταργείτε ουσιαστικά το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού της Βουλής και δεν τηρείτε καν τις χρονικές προθεσμίες. Δεν σας κυνηγάει κανείς για να φέρνετε κάθε νομοθέτημα την επομένη των άρθρων σε δεύτερη ανάγνωση. Δεν επεξεργάζεστε τίποτα; Δεν ακούσατε τίποτα; Δεν σας ενδιαφέρει τίποτα από αυτά που λένε τα κόμματα, οι Βουλευτές;

Δεν σας είπα εγώ ότι πρέπει να φέρετε οπωσδήποτε τις αλλαγές, αλλά δείξτε ότι έχετε μια στοιχειώδη διαδικασία που υπαγορεύεται από την λειτουργία του Κοινοβουλίου και των κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

Και έρχομαι στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο σε ότι αφορά τη νομοθέτηση. Πρέπει να σας πω ότι τη διαβούλευση η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το Φεβρουάριο του ’12 με το ν.4048 με θέμα «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης» ήταν αυτή που ουσιαστικά έχει εισαγάγει αυτήν τη διαδικασία, την οποία εσείς διακωμωδείτε και δεν εφαρμόζετε ποτέ.

3. Για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Και έρχομαι τώρα στο νομοσχέδιο αυτό. Νομίζω ότι ο κ. Καμίνης έκανε μια εξαιρετική ανάλυση για το αδιανόητο ποιόν αυτής της νομοθέτησης. Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι αφορούν όλα σχεδόν τα Υπουργεία. Η εισηγήτρια μας τα περιέγραψε. Τροπολογίες που έρχονται πάνω σε αυτά, διαδικασίες απίστευτες, άρθρα που δεν μπορούν να διαβαστούν από κανέναν, όχι να αξιολογηθούν, να διαβαστούν στις προθεσμίες τις χρονικές που βάζετε για την ψήφιση των νόμων.

Τι διαβούλευση μπορεί να γίνει σε έναν νόμο όπου το περιεχόμενο είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί χωρίς να υπάρχει μια ενιαία φιλοσοφία, ένα ενιαίο πλαίσιο νομοθετικό που να συνέχει ένα νομοθέτημα του ελληνικού κράτους; Θα μου πείτε καμιά φορά φέρνουμε και νομοσχέδια «σκούπα». Και άλλες κυβερνήσεις έφερναν νομοσχέδια «σκούπα». Ναι, άλλα κάθε μήνα ένα νομοσχέδιο «σκούπα» είναι αδιανόητο. Γιατί αυτό δεν βγάζει μονάχα την άρνηση στο περιεχόμενο να μην μπορεί να συζητηθεί το περιεχόμενο, δεν επιβάλλει και καμία διαδικασία διαλόγου.

Πώς εγώ να τοποθετηθώ σε τριάντα Υπουργεία ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος που βάζετε από μία φράση στο καθένα και κάνετε μια επιφανειακή αλλαγή; Αρνούμαι να τοποθετηθώ σε αυτά. Αρνούμαι, διότι δεν είναι δυνατόν να συμβάλλω στο να λειτουργήσει ο νόμος αυτός πέρα από την αντίθεσή μας, πέρα από την καταψήφιση του, πέρα από οτιδήποτε άλλο στην πορεία της δημοκρατίας και των κοινοβουλευτικών πραγμάτων.

Και έρχομαι στο τελευταίο που έχει σχέση πάλι με το περιεχόμενο του νόμου αυτού. Κοιτάξτε, κύριε Υπουργέ, σας έχω πει και άλλη φορά ότι είστε σε ένα Υπουργείο -και το είχα πει και στον προηγούμενο Υπουργό Εσωτερικών- για το οποίο ο Πρωθυπουργός στην προεκλογική περίοδο έχει εξαγγείλει επανειλημμένα πολύ σημαντικές τομές, για τις οποίες εμείς θα ήμασταν και σύμφωνοι. Μίλησε ο ίδιος για επιτελικό κράτος, φαντάζομαι τότε με την κανονική έννοια του επιτελικού κράτους, όχι την έννοια του συγκεντρωτικού κράτους. Μίλησε για άμεση απόδοση των πόρων από τον φόρο ακίνητης περιουσίας στους δήμους και στις περιφέρειες. Μίλησε για μεγάλες αλλαγές στη διοίκηση, στην αποκέντρωση και στον προγραμματισμό της ανάπτυξης.

Η πρακτική της Κυβέρνησής σας κινήθηκε από την πρώτη μέρα στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Είχατε όλη την ευκαιρία –τρία χρόνια είστε Κυβέρνηση- να φέρετε επιτέλους αυτό που καταγράφετε και ξανακαταγράφετε, τις αρμοδιότητες και πώς θα ανακατανεμηθούν, πού θα πάνε και πώς θα πάνε οι πόροι και πώς δεν θα πάνε.

Και έρχονται τα προγράμματα, όπως είναι το Ταμείο Ανάκαμψης, και όλα τα άλλα προγράμματα και έρχονται πλουσιοπάροχα οι πόροι και όλοι διευθύνονται από το κέντρο της Κυβέρνησης, από ένα επιτελικό κράτος, που δεν είναι παρά ένα συγκεντρωτικό κράτος, που διευκολύνει μονάχα τις παροχές σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, με συγκεκριμένες κοινωνικές επιλογές και άρα έχουμε ένα μοντέλο εντελώς αντίθετο απ’ ό,τι θα συνέβαινε αν υπήρχε ένας στοιχειώδης δημοκρατικός προγραμματισμός, αν οι περιφέρειες είχαν λόγο, αν οι δήμοι είχαν λόγο στην πορεία της χώρας.

Και επειδή υπάρχει ένας συσχετισμός στην αυτοδιοίκηση, όπου κυριαρχεί η Νέα Δημοκρατία, εύκολα και τα κεντρικά όργανα των περιφερειών και των δήμων υποτάσσονται στη διαδικασία αυτή λέγοντας «δώσε μας ό,τι είναι, κάνουμε και εμείς κάτι, βολεύουμε και μερικούς δικούς μας και κάτι γίνεται». Η διάλυση της αυτοδιοίκησης που έγινε τα τελευταία χρόνια δεν έχει προηγούμενο στη χώρα!

Είχατε, λοιπόν, τρία χρόνια στη διάθεσή σας να κάνετε μια σοβαρή νομοθετική αλλαγή, μια μεγάλη μεταρρύθμιση, αλλά είστε αντιμεταρρυθμιστικό Κόμμα. Είστε αντιμεταρρυθμιστική Κυβέρνηση. Ο Πρωθυπουργός δεν πιστεύει λέξη απ’ όσα λέει για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που επαγγέλθηκε στη χώρα και το σύγχρονο πρόσωπο μιας εξουσίας. Είστε μια συγκεντρωτική και αυταρχική εξουσία.

Στα πλαίσια αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει από εδώ και πέρα και το πολιτικό σύστημα και να ανοίξει ένας δρόμος καλύτερος για την ευημερία αυτού του τόπου, ούτε για την αναγέννησή του, ούτε τα μεγάλα λόγια για την ελπίδα που ανακάμπτει η χώρα και πάλι.

Εδώ πέρα θα έρθουν δισεκατομμύρια στην Ελλάδα και όλα είναι ονοματισμένα έργα και πάνε σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, χωρίς να έχουν συζητηθεί πουθενά και δεν υπάρχει ούτε ένα περιφερειακό έργο που να αποφασίζεται από τις περιφέρειες. Δεν υπάρχει καμία μεγάλη τομή στην περιφέρεια που να βγαίνει μέσα από τη διαδικασία της συμμετοχής των φορέων της περιφέρειας στις αποφάσεις που αφορούν την ανάπτυξή της.

Η Ελλάδα δεν πάει πουθενά έτσι, κύριε Υπουργέ. Πιστεύω λοιπόν ότι λάθος δρόμο βαδίζετε, λάθος απόφαση παίρνετε και όλα αυτά που φέρνετε για να ψηφίσουμε, δεν βοηθούν, δεν συμβάλλουν στο να προκόψει αυτός ο τόπος.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Δημήτρης Κωνσταντόπουλος: «Να καταβληθούν άμεσα οι ενισχύσεις στους παραγωγούς της Αιτωλοακαρνανίας»Απαράδεκτες μονομερείς αναθεωρήσεις συμβάσεων από τους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος και μέτρα προστασίας των καταναλωτών