Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Σημεία ομιλίας του βουλευτή Επικρατείας του Κινήματος Αλλαγής Γιώργου Καμίνη, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας «Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις». 

  • Η συζήτηση για τη δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας κατά κανόνα μονοπωλείται από οργανωτικά ζητήματα και όχι από την ουσία, που είναι η ποιότητα και το περιεχόμενο της δημόσιας εκπαίδευσης. 
  • Το μεγάλο πρόβλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει και σε άλλα σοβαρά θέματα, είναι η έλλειψη ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ο οποίος θα είναι δεσμευτικός για τις πολιτικές δυνάμεις και θα εφαρμόζεται ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Όταν μιλάμε για μεταρρύθμιση, αυτή αναγκαστικά πρέπει να έχει βάθος χρόνου. 
  • Ως προς τις διατάξεις της αξιολόγησης των στελεχών και των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Κίνημα Αλλαγής από θέση αρχής τάσσεται υπέρ του θεσμού της αξιολόγησης, και μάλιστα όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στις δομές, τις διαδικασίες, τα προγράμματα σπουδών.
  • Η αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης δεν θεσπίζεται βέβαια για πρώτη φορά. Προβλεπόταν ήδη στον ν. 2525/97, με Υπουργό Παιδείας τον Γεράσιμο Αρσένη καθώς και στον ν. 2986/2002 επί υπουργίας Πέτρου Ευθυμίου, νόμος ο οποίος ενσωμάτωσε 17 δείκτες αξιολόγησης, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΟΣΑ εκείνη την εποχή. Τέλος, στον ν. 3848/2010, επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου έγινε και πάλι μια συγκροτημένη προσπάθεια θέσπισης ενός ολοκληρωμένου συστήματος αξιολόγησης. Ως προς τον τελευταίο νόμο, αξίζει να σημειωθεί ότι η Νέα Δημοκρατία τον είχε καταψηφίσει. Σήμερα έρχεται και υιοθετεί, σχεδόν αντιγράφει, τις διατάξεις εκείνου του νόμου. Διαδικασίες αξιολόγησης είχαν ξεκινήσει και επί υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου το 2014.
  • Μιλάμε για μια «κολοβή» αξιολόγηση. Οι διατάξεις που εισάγετε ελάχιστη επίπτωση έχουν στην πορεία του εκπαιδευτικού, στην εξέλιξή του, μισθολογική ή βαθμολογική. Ενώ το σχέδιο νόμου αφιερώνει στην αξιολόγηση 20 σελίδες και 18 άρθρα, ο νομοθέτης δεν τολμάει να αντλήσει τα συμπεράσματα που πρέπει.
  • Γιατί επιμένω σε αυτό; Γιατί πιστεύω στον δημόσιο τομέα. Και για να υπάρχει ένας άξιος δημόσιος τομέας, πρέπει να έχει άξια στελέχη. Και άξια στελέχη χωρίς αξιολόγηση δεν μπορούμε να έχουμε. Αυτό δεν ισχύει μόνο στην εκπαίδευση, ισχύει παντού σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση.
  • Θέλουμε ένα δημόσιο σχολείο το οποίο θα αποτελεί μέσο κοινωνικής κινητικότητας, στο οποίο θα εργάζονται υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικοί, που θα ασκούν με ευσυνειδησία και μεράκι το λειτούργημά τους, με την αμέριστη συμπαράσταση του κράτους. Ένα δημόσιο σχολείο με ενσυναίσθηση, που θα προάγει τις δημοκρατικές αξίες, που θα καταπολεμά κάθε μορφή διακρίσεων, ρατσισμού, εκφοβισμού.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Γιώργου Καμίνη

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η συζήτηση για τη δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας κατά κανόνα μονοπωλείται από οργανωτικά ζητήματα και όχι από την ουσία, που είναι η ποιότητα και το περιεχόμενο της δημόσιας εκπαίδευσης. Όπως στην τριτοβάθμια, έτσι και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θεσπίζουμε ως Βουλή νόμους, για την κατανομή μικρών και μεγάλων εξουσιών στο εκπαιδευτικό σύστημα και αμελούμε εντελώς το προσανατολισμό πρέπει να έχει η δημόσια παιδεία κατά τη τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, όπου οι εξελίξεις λόγω της τεχνολογίας, και της τεχνητής νοημοσύνης τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

Το μεγάλο πρόβλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει και σε άλλα σοβαρά θέματα, είναι η έλλειψη ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ο οποίος θα είναι δεσμευτικός για τις πολιτικές δυνάμεις και θα εφαρμόζεται ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει ότι το νομοσχέδιο θα είναι προϊόν θεσμικού διαλόγου με τις πολιτικές δυνάμεις, τα επιστημονικά σωματεία, τους εκπροσώπους των εκπαιδευτικών, ώστε να διαμορφωθεί ένα κλίμα συναίνεσης. Χρειάζεται επίσης μια μακροχρόνια συμφωνία στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Όταν μιλάμε για μεταρρύθμιση, αυτή αναγκαστικά πρέπει να έχει βάθος χρόνου, κι αυτό προϋποθέτει συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, τουλάχιστον στα minima. 

Για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των θετικών και των αρνητικών αυτού του νομοσχεδίου έχει μιλήσει διεξοδικά ο ειδικός αγορητής του Κινήματος Αλλαγής, ο κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος, τόσο στις Επιτροπές, όσο και στην Ολομέλεια. Από την πλευρά μου επιτρέψτε μου να σταθώ σε ορισμένα από αυτά, όσο μου επιτρέπει ο περιορισμένος χρόνος.

Προσμετρώ στα θετικά:

  • Την τοποθέτηση υπευθύνων, ανά Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης  στις θεματικές της Πληροφορικής και τις Νέες Τεχνολογίες, της Αγωγής Υγείας, της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Συμπληρωματικά, κυρία Υπουργέ θα μπορούσαν να προβλεφθούν υπεύθυνοι και για την καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού και όχι απλώς να υπάρχει η αόριστη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 4692/2020. 
  • Είναι σωστή επίσης είναι η πρόβλεψη της παρ. 5 του άρθρου 33 για τον ορισμό συγκεκριμένων κριτηρίων συνέντευξης, της μαγνητοφώνησής της και την μελέτη περίπτωσης από προκαθορισμένη τράπεζα θεμάτων για την επιλογή Περιφερειακών Διευθυντών Εκπαίδευσης, Διευθυντών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Θα μπορούσε επίσης η μελέτη περίπτωσης που επιλέγεται από τράπεζα θεμάτων να περιλαμβάνεται και στην διαδικασία επιλογής των Διευθυντών των Σχολικών Μονάδων. 
  • Επίσης στα θετικά του παρόντος νομοσχεδίου είναι η πρόβλεψη στο άρθρο 85 τη δυνατότητας επιλογής του διδακτικού βιβλίου σε κάθε μάθημα από τους εκπαιδευτικούς της σχολικής μονάδας, όπως και η τοποθέτηση παιδαγωγικού συμβούλου-μέντορα για την καθοδήγηση-υποστήριξη του εκπαιδευτικού, πρόβλεψη που υπήρχε και στο ν. 3848/2010. 

Ως προς τις διατάξεις της αξιολόγησης των στελεχών και των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το Κίνημα Αλλαγής από θέση αρχής τάσσεται υπέρ του θεσμού της αξιολόγησης, και μάλιστα όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στις δομές, τις διαδικασίες, τα προγράμματα σπουδών.

Η αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης δεν θεσπίζεται βέβαια για πρώτη φορά. Προβλεπόταν ήδη στον ν. 2525/97, με Υπουργό Παιδείας τον Γεράσιμο Αρσένη καθώς και στον ν. 2986 επί Υπουργίας Πέτρου Ευθυμίου, νόμος ο οποίος ενσωμάτωσε 17 δείκτες αξιολόγησης, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΟΣΑ εκείνη την εποχή. Τέλος, στον ν. 3848/2010, επί Υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου έγινε και πάλι μια συγκροτημένη προσπάθεια θέσπισης ενός ολοκληρωμένου συστήματος αξιολόγησης. Ως προς τον τελευταίο νόμο, αξίζει να σημειωθεί ότι η Νέα Δημοκρατία τον είχε καταψηφίσει. Σήμερα βέβαια έρχεται και υιοθετεί, σχεδόν αντιγράφει, τις διατάξεις εκείνου του νόμου. Διαδικασίες αξιολόγησης είχαν ξεκινήσει και επί Υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου το 2014. 

Τις διατάξεις αυτές εμείς θα τις υπερψηφίσουμε. Μολονότι είναι διατάξεις κολοβές. Ελάχιστη επίπτωση έχουν στην πορεία του εκπαιδευτικού, την εξέλιξη του, βαθμολογική ή μισθολογική. Αρκεί κάποιος να ρίξει μια ματιά στο άρθρο 78 που λέει με πολύ περιληπτικό τρόπο, σχεδόν σαν να ντρεπεται, ότι η αξιολόγηση απλώς λαμβάνεται υπ’όψη στις διαδικασίες επιλογής για θέσεις στελεχών της εκπαίδευσης. «Λαμβάνεται υπ’όψη»… Και «μπορεί» να λαμβάνεται υπ’όψη σε άλλες διαδικασίες επιμόρφωσης. Είκοσι σελίδες για την αξιολόγηση στο σχέδιο νόμου, 18 άρθρα και φτάνουμε ουσιαστικά σε αυτή την κολοβή αξιολόγηση, που δεν τολμάει ο νομοθέτης να αντλήσει τα συμπεράσματα που πρέπει. 

Γιατί επιμένω σε αυτό; Γιατί πιστεύω στον δημόσιο τομέα. Και για να υπάρχει ένας άξιος δημόσιος τομέας, πρέπει να έχει άξια στελέχη. Και άξια στελέχη χωρίς αξιολόγηση δεν μπορούμε να έχουμε. Αυτό δεν ισχύει μόνο στην εκπαίδευση, ισχύει παντού σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση. 

Στα αρνητικά προσμετρώ:

Μολονότι έχουν περάσει δύο χρόνια, δεν έχει επανασυσταθεί το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, το οποίο είχε καταργήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. 

Ιδρύετε επίσης στο άρθρο 6 μία θέση περιφερειακού επόπτη ποιότητας της εκπαίδευσης, τον οποίο εξοπλίζετε με Υπερεξουσίες. Στην πραγματικότητα, με αυτή τη διάταξη δεν ορίζετε επόπτες ποιότητας, αλλά Επιτρόπους του Υπουργείου, υιοθετώντας μία άκρως ασφυκτική ιεραρχική και συγκεντρωτική λογική και με πειθαρχικές μάλιστα αρμοδιότητες, τόσο σε επίπεδο Περιφερειακού Επόπτη, όσο και σε επίπεδο Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης. Και δυστυχώς την επιμόρφωση την αφήνετε στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Περιφερειακού Επόπτη ή του Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή πρόβλεψη για επαναφορά των περιφερειακών κέντρων επιμόρφωσης, τα οποία καταργήθηκαν με το ν. 4547/2018.

Κλείνοντας κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

Θέλουμε ένα δημόσιο σχολείο το οποίο θα αποτελεί μέσο κοινωνικής κινητικότητας. 

Θέλουμε ένα δημόσιο σχολείο χειραφετημένο από τον ασφυκτικό κεντρικό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας. 

Θέλουμε ένα δημόσιο σχολείο στο οποίο εργάζονται υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικοί, που ασκούν με ευσυνειδησία και μεράκι το λειτούργημά τους, με την αμέριστη συμπαράσταση του κράτους.

Θέλουμε ένα δημόσιο σχολείο το οποίο στο επίκεντρό του θα έχει τον μαθητή και μονάδα βάσης τη Σχολική μονάδα ως κύτταρο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας. 

Ένα δημόσιο σχολείο με ενσυναίσθηση, που θα προάγει τις δημοκρατικές αξίες, που θα καταπολεμά κάθε μορφή διακρίσεων, ρατσισμού, εκφοβισμού.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Δημήτρης Κωνσταντόπουλος: «Απουσιάζει μια ολοκληρωμένη εθνική εκπαιδευτική πολιτική»Φώφη Γεννηματά: «Νοιαζόμαστε για όλους τους μαθητές και για τους άριστους και για τα πίσω θρανία»