Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Εισήγηση του Γενικού Εισηγητή και Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του Κινήματος Αλλαγής, Κώστα Σκανδαλίδη, για τον Κρατικό Προϋπολογισμό 2022

Το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Πλαίσιο

Οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα κινούνται, εντάσσονται και αλληλοεπιδρούν μέσα στο ευρύτερο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο όπως αυτό διαμορφώνεται στις πρωτόγνωρες συνθήκες που βιώνουμε.

Με την αναπάντεχη εξέλιξη μιας πανδημίας που δεν λέει να κοπάσει εδώ και δυο χρόνια και την κλιματική κρίση να εξελίσσεται με γεωμετρική πρόοδο ζούμε κυριολεκτικά σε μια εποχή αποκάλυψης και αβεβαιότητας. Μια εποχή απρόβλεπτων αναταράξεων και κοσμογονικών αλλαγών. Μια εποχή που φέρνει στο προσκήνιο το μείζον αίτημα της προστασίας της ζωής στον πλανήτη.  Επαναφέρει στην πολιτική ατζέντα την αναγκαιότητα του παρεμβατικού κοινωνικού κράτους. Υπερτονίζει τα διαχρονικά προβλήματα της φτώχειας, της ασιτίας, της αρρώστιας, της άδικης ανισοκατανομής του πλούτου. Επιταχύνει με την επέλαση του ψηφιακού καπιταλισμού τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Προβάλλει επιτακτικά την ανάγκη για περιβαλλοντική και οικολογική ισορροπία.

Σ’ αυτό το αβέβαιο και ρευστό περιβάλλον η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάστηκε να πάρει αποφάσεις που την έβγαλαν από την μακαριότητα ενός δρόμου που δεν οδηγούσε πουθενά. Ίσως όχι ανταποκρινόμενη πλήρως στα αιτήματα των καιρών στα οποία εμφανίστηκε για ακόμη μια φορά άτολμη, αλλά με τις αποφάσεις της έδωσε στα μέλη της μια ανάσα για να αντιμετωπίσουν την κρίση έστω προσωρινά.

Έτσι, η χώρα μας και συνακόλουθα η οικονομία της βρέθηκε και βρίσκεται εδώ και καιρό σε μια πορεία που το νόμισμα της έχει δυο όψεις. Στη μια όψη γράφει τη λέξη «ευκαιρία» και στην άλλη «ανακυκλούμενες κρίσεις». Αυτές οι τελευταίες με την  ταυτόχρονη όξυνση της πανδημίας και του καλπάζοντα πληθωρισμού διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ

Η ευκαιρία για τη χώρα μας παραμένει ζωντανή παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Κυβέρνησης να την αποδυναμώσει. Τα επιτόκια διατηρούνται πολύ χαμηλά άγνωστο για το πόσο καιρό ακόμη. Τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης μέχρις ένα σημείο  τόνωσαν για μεγάλο διάστημα τις αγορές. Η δημοσιονομική πειθαρχία ατόνησε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2022 παρέχοντας τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός δημοσιονομικού χώρου που έσπευσαν να εκμεταλλευτούν όλες οι χώρες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε το μεγάλο βήμα να δανειστεί η ίδια και να οπλίσει τα μέλη της μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και τις συμπληρωματικές της πολιτικές με ικανή ποσότητα πόρων για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες. Είναι άλλη μια ευκαιρία για τη χώρα να ανατάξει την οικονομία της, να ανακάμψει αναπτυξιακά και να επιλύσει θεμελιώδεις αντινομίες και οξυμένες κοινωνικές αδικίες.

Στην άλλη όψη του νομίσματος βρίσκονται οι ανακυκλούμενες κρίσεις που σηματοδοτούν η συνεχιζόμενη αμείωτα πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι ασύμμετρες    απειλές, η δραματική επιβάρυνση του κλίματος. Και σήμερα ζούμε στο συνδυασμό της πανδημικής έξαρσης και του αχαλίνωτου πληθωρισμό ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ» :

  • με τις ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις
  • με την έλλειψη καυσίμων και ενέργειας και τις εξαρτήσεις που συνεπάγεται
  • με την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το φυσικό αέριο
  • με την τεράστια  κρίση στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις αγορές προϊόντων

Και το χειρότερο προοπτικά η ποσοτική χαλάρωση προφανώς  θα περιορίζεται, τα επιτόκια θα αρχίσουν να ανεβαίνουν και το χρέος θα γίνει ακόμη πιο δυσβάσταχτο. Η χώρα θα έπρεπε να προετοιμάζεται ήδη για αυτά τα ενδεχόμενα αλλά η Κυβέρνηση της φαίνεται αυτή την ανάγκη να την προσπερνά με αφάνταστη ελαφρότητα και δυσκολονόητη αυτάρκεια.    

Η ανάγκη ενός άλλου Προϋπολογισμού

Απέναντι σε αυτές τις αντιφατικές συνθήκες η ελληνική κοινωνία στέκεται δύσπιστη και ανασφαλής. Η αγορά είναι διαρκώς ανήσυχη και προβληματική. Τα ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού, τα νοικοκυριά, τα χαμηλά εισοδήματα, οι άνεργοι, οι δυνάμεις του κοινωνικού περιθωρίου αλλά και η μεγάλη πλειονότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών  οδηγούνται σε κατάσταση συνεχώς  υποβάθμισης, ανέχειας και ένδειας. Διαμορφώνεται έτσι μια νέα κοινωνική πλειοψηφία «μη προνομιούχων».

Η Κυβέρνηση ακολουθεί αυτή τη δραματική  εξέλιξη με χρονική  υστέρηση. Προσπαθεί να καλύψει το χαμένο έδαφος με πολιτική πρόσκαιρων παροχών. Προσεύχεται να τελειώσει κάποτε η κρίση και να μην ανακυκλώνεται προβλέποντας χρονικά το τέλος της και κάθε φορά διαψεύδεται. Αγνοεί συστηματικά την ανάγκη να σχεδιάσει ένα παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο που να αντέχει σε νέες κρίσεις. Βαφτίζει μεταρρυθμίσεις εμβαλωματικές πολιτικές  επιλογές της. Και αρνείται να αντιμετωπίσει από καλύτερη θέση τα δομικά προβλήματα που έχει σήμερα η οικονομία.

Αυτή η έλλειψη πραγματικού οράματος, σχεδιασμού και αναγκαίων πρωτοβουλιών απεικονίζεται ανάγλυφα στον Κρατικό Προϋπολογισμό που κατέθεσε για το κρίσιμο έτος που έρχεται.

Εδώ και χρόνια, ιδιαίτερα τα τελευταία, η κοινοβουλευτική εμπειρία επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι Προϋπολογισμοί δεν έχουν τόσο στόχο να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και στις ανάγκες που αυτή  υποδεικνύει. Προσαρμόζονται, δυστυχώς στις ανάγκες του εκάστοτε κυβερνητικού αφηγήματος. Είναι αλήθεια ότι οι εξελίξεις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές, είναι δύσκολο να προβλεφθούν και γι΄αυτό βλέπουμε σχεδόν πάντα σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στους Απολογισμούς και τους Προϋπολογισμούς κάθε έτους. Διαψεύδονται συχνά γιατί οι συντάκτες τους συγχέουν τις συγκεκριμένες παραδοχές με τις επιθυμίες και τις προκαταλήψεις τους. Στην Ελλάδα το ζήσαμε αυτό με την «δημιουργική λογιστική» πριν το 2009 που συνέβαλε καθοριστικά στη δεκαετή περιπέτεια που βίωσε η χώρα εξ αιτίας της τότε Κυβέρνησης της ΝΔ. Το ζήσαμε με τους μνημονιακούς  προϋπολογισμούς και τις αδιανόητες προβλέψεις που υπαγόρευε η Τρόικα. Το ίδιο έργο συνεχίζεται και τώρα.

Για μας ένας σχεδιασμός ουσιαστικής  παρέμβασης ξεκινά πριν και πάνω απ ΄όλα με ένα άλλου τύπου Προϋπολογισμό. Έναν  Προϋπολογισμό  με εναλλακτικά σενάρια και αντίστοιχες προβλέψεις. Και το κυριότερο με άλλη δομή και κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Ένας σύγχρονος, Κρατικός Προϋπολογισμός θα έπρεπε να  έχει ορίσει με σαφήνεια και ξεχωριστούς πόρους την περιφερειακή, την περιβαλλοντική και την κοινωνική του διάσταση.

Ένας ξεχωριστός Προϋπολογισμός για αξιόπιστο κοινωνικό κράτος, που δεν είναι μόνο κράτος πρόνοιας αλλά και μοχλός ανάπτυξης που συνεισφέρει στην παραγωγή πλούτου και την άνοδο του ΑΕΠ. Για παράδειγμα συζητούμε αν οι πόροι για τη δημόσια υγεία είναι κάποιες δεκάδες εκατομμύριά μεγαλύτεροι ή μικρότεροι από το 2021 ενώ θα έπρεπε να μιλάμε για ουσιαστική υπέρβαση. Το ίδιο θα έπρεπε να τεθεί επί τάπητος και να αντιμετωπιστεί η ανάγκη για μια   αξιόπιστη περιβαλλοντική και πράσινη πολιτική και να διατεθούν πολλαπλάσιοι πόροι για την αντιμετώπιση   των προβλημάτων πολιτικής προστασίας. Και, βεβαίως, ένας ολοκληρωμένος περιφερειακός σχεδιασμός που οργανώνει την οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα γύρω από αναπτυξιακούς πόλους σε κάθε περιφέρεια. Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στην αρχή της θητείας του δεν απεικονίζονται πουθενά καθώς όλοι οι πόροι συγκεντρώνονται στο δήθεν επιτελικό κράτος και κατανέμονται με άνωθεν αποφάσεις. Ο δε Υπουργός Οικονομικών κάθε φορά μετρά παροχές και επιμέρους βοηθήματα τρέχοντας πίσω από τις ανακυκλούμενες  κρίσεις.

Έτσι, εκ προοιμίου πρόκειται για ένα Κρατικό Προϋπολογισμό που δεν ανταποκρίνεται στους καιρούς.

Στην αιτιολογική έκθεση η Κυβέρνηση θέτει με σαφήνεια  το κεντρικό αφήγημα  που αποτελεί την προμετωπίδα της πρότασής   της, την οποία υποστηρίζει με ομοβροντία επικοινωνιακών μέσων. Πρόκειται για ένα Προϋπολογισμό όπως λέει: «Ολικής Επαναφοράς και Επιστροφής στην Κανονικότητα».

Τα ερωτήματα που τίθενται και οφείλουν να απαντηθούν είναι τρία:

  • πόσο κοστίζει το ταξίδι της Ολικής Επαναφοράς  στο 2019 που θέτει ως στόχο
  • αν όλοι οι Έλληνες επανακάμπτουν σ’ αυτό το ταξίδι
  • και αν το «status quo» στο οποίο επιστρέφουμε είναι όντως κανονικότητα και ποιου είδους 

Η αλήθεια των αριθμών

Επαίρεται η Κυβέρνηση για το πακέτο μέτρων στήριξης που χορήγησε μέχρι τώρα και ότι είναι το 3ο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ και το 4Ο παγκοσμίως σύμφωνα με την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Και, όντως,  έτσι φαίνεται να  είναι αν δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα κινήθηκε:

  • από το πλεόνασμα 4,1% του ’19 (μακράν το μεγαλύτερο στην Ε.Ε.)
  • σε πρωτογενές έλλειμα -7,1% (το 4ο υψηλότερο στην Ε.Ε.) το 2020
  • και σε πρωτογενές έλλειμα -7,3% ( το 3ο υψηλότερο στην Ε.Ε) το 2021

Γεννάται ένα προφανές ερώτημα: Αφού το 2020 είχαμε τη δεύτερη βαθύτερη ύφεση στην Ε.Ε. των 27, γιατί αντίστοιχα δεν έχουμε δεύτερη μεγαλύτερη ανάπτυξη το 2021:

Υπενθυμίζεται ότι το 2020 είχαμε παρατεταμένα μέτρα περιορισμού της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας και μια τουριστική σεζόν που μας γύρισε χρόνια πίσω.  Δεν θα έπρεπε   η άρση των περιορισμών το 2021 να ήταν αρκετή για μια δυναμική ανάκαμψη σύμφωνα  με το «αποτέλεσμα  βάσης» το περίφημο V  των κλασσικών οικονομολόγων; Το ελατήριο που εκτινάσσει δυναμικά την οικονομία από τον πάτο προς τα πάνω και που δίνει την δυνατότητα σήμερα στην Κυβέρνηση να το θεωρήσει ως αποκλειστική και αποτελεσματική της  επιτυχία. Αφού κάναμε ένα τόσο μεγάλο πρόγραμμα και διανύσαμε τη μεγαλύτερη δημοσιονομική απόσταση από το υπερπλεόνασμα του 2019 στα ελλείμματα  του ‘ 20 και του ’21 δεν έπρεπε να έχουμε και μια εξαιρετική επίδοση σε σχέση με τους εταίρους μας ; Γιατί με πολύ χαμηλότερα μέτρα η Ουγγαρία, η Εσθονία, η Κροατία πέτυχαν μεγαλύτερες επιδόσεις  για τις οικονομίες τους και η Σλοβενία, η Ρουμανία, η Ιταλία πέτυχαν επιδόσεις που ήταν κοντινές με μας; Γιατί σε τελευταία ανάλυση, η πλειονότητα των χωρών είχαν καλύτερη επίδοση σε ποσοστό του ΑΕΠ για κάθε ευρώ που δαπάνησαν;

Εμείς δεν κατακρίνουμε την Κυβέρνηση γιατί επέλεξε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Ή γιατί η ΝΔ ανακάλυψε όψιμα τον «κεϋνσιανισμό» και ο Πρωθυπουργός τη Σοσιαλδημοκρατία. Αντίθετα όπως φάνηκε από τα πρόσθετα μέτρα για ΑΜΕΑ, χαμηλοσυνταξιούχους  και υγειονομικούς που εξαγγέλθηκαν και αλλάζουν τα δεδομένα που καταγράφει ο Προϋπολογισμός υπάρχουν περιθώρια για πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.  

Η κριτική που εύλογα ασκούμε στην Κυβέρνηση είναι ότι  η πολιτική των παροχών της ούτε τη μακροοικονομική αποτελεσματικότητα διασφαλίζουν, ούτε την καλύτερη στόχευση έχουν, ούτε τη δίκαιη κατανομή εμπεριέχουν. Αντιθέτως :

  •  ήρθαν με καθυστέρηση όπως δείχνει η μεγαλύτερη ύφεση του ‘20
  • είναι οριζόντια χωρίς κλιμάκωση και εξειδίκευση
  • είναι αποσπασματικά, επιλεκτικά και πρόσκαιρα
  • και κάποιοι είχαν προνομιακή πρόσβαση σε ορισμένα απ’ αυτά, ειδικά στις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις

Όλα  αυτά κατέστησαν τα μέτρα λιγότερο αποδοτικά από αυτά των Ευρωπαϊκών εταίρων μας και δοκιμάζουν ταυτόχρονα τις αντοχές της κοινωνίας και της οικονομίας. Και φυσικά η ευθύνη δεν βρίσκεται μόνο στο οικονομικό επιτελείο αλλά στο σύνολο των κραυγαλέων  κυβερνητικών αστοχιών στη διαχείριση της  πανδημίας από το καλοκαίρι του 2020  

Πληρωνόμαστε ως Βαλκάνιοι και πληρώνουμε ως Ευρωπαίοι

Το χειρότερο, όμως, έλλειμα του Κρατικού Προϋπολογισμού είναι ότι η «ολική επαναφορά» δεν αφορά όλους τους Έλληνες, ούτε καν την πλειοψηφία τους. Στο ταξίδι της επιστροφής κάποιοι δεν ανεβαίνουν καν στο πλοίο. Ενώ οι περισσότεροι στοιβάζονται στα ύφαλα του και οι λίγοι οι έχοντες και κατέχοντες ταξιδεύουν σε λουξ καμπίνες έχοντας πρόσβαση στα προνόμια που τους προσφέρονται.

Η Κυβέρνηση υπερηφανεύεται ότι σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής  Κεντρικής Τράπεζας  το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 7,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2021. Και ότι το αντίστοιχο της Ευρωζώνης μόλις έφτανε το 4,8%.

Αντιπαρερχόμαστε την κλασική πια άλλα πραγματική και αυτονόητη  απόρριψη της μεθόδου της σύγκρισης των μέσων όρων. Σύγκριση  που βάζει στο ίδιο τσουβάλι μικρά και μεγάλα εισοδήματα και ισοπεδώνει τις πραγματικές κοινωνικές ανισότητες. Αλλά και με αυτό το κριτήριο σε ότι αφορά τη συνολική πορεία δεν θα έπρεπε να αναρωτηθεί ο καθένας γιατί ενώ το ΑΕΠ αυξάνει 7% δεν μεγαλώνει αντίστοιχα και το διαθέσιμο κατά κεφαλή εισόδημα; Με τις ανατιμήσεις μάλιστα αυτό το εισόδημα  να διευρύνεται;  Κατά συνέπεια όλοι οι πολίτες θα έπρεπε θεωρητικά να πάρουν σε ένα δίκαιο σύστημα σημαντικό μερίδιο στην κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος.

Όμως, δεν χρειάζεται να αποδείξουμε το αυτονόητο. Ότι για τους άνεργους, τους συνταξιούχους, τους μισθωτούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτούς  που δεν είχαν ουσιαστική αύξηση στο εισόδημα τους, το 7,3% για το οποίο υπερηφανεύεται η Κυβέρνηση δεν έχει κανένα αντίκρισμα.

Και έρχεται σήμερα ο καλπάζων πληθωρισμός αλλά και η έμμεση φορολογία να ροκανίσουν κυριολεκτικά ακόμη περισσότερο το ακρωτηριασμένο από την υπερδεκαετή κρίση εισόδημά τους  που με τις ανατιμήσεις να  ανεβαίνουν σε εβδομαδιαία βάση και την αναλογία των έμμεσων προς τους άμεσους φόρους  συνεχώς συρρικνώνεται.

Αλλά και  για τη μικρή και μεσαία επιχείρηση τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Όπως δείχνει η Έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΕΣΕΒΕ για τον αντίκτυπο της πανδημίας το πρώτο εξάμηνο του 2021, ο κύκλος εργασιών ήταν μεν υψηλότερος από αυτόν του πρώτου εξαμήνου του 2020 αλλά πολύ υποδεέστερος του 2019.

Σε αντιπαράθεση με τους Κυβερνητικούς υπολογισμούς θα έπρεπε να γίνει κατανοητό ότι το εισόδημα είναι επιστημονικά ορθό και κοινωνικά δίκαιο να αποτιμάται με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Τι αγοράζει για παράδειγμα ο έλληνας καταναλωτής με την ίδια ποσότητα ευρώ σε σχέση με αυτά πολλών ευρωπαίων πολιτών. Η Ελλάδα με την ύφεση του 2020 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και με βάση αυτό το κριτήριο βρέθηκε στην προτελευταία θέση στις 27 χώρες, μπροστά μόνο από τη Βουλγαρία. Με κατά κεφαλή εισόδημα σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης που αναλογούσε στο 64% του μέσου ευρωπαϊκού  όρου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η  χώρα προϋπήρξε της αύξησης του πληθωρισμού  ακριβή.  Οι έλληνες σύμφωνα με τους δείκτες επιπέδου τιμών επίσης σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης πλήρωναν ήδη πανάκριβα τις τηλεπικοινωνίες και πιο ακριβά την ενέργεια, την εστίαση, τα τουριστικά καταλύματα, τις μεταφορικές υπηρεσίες .

Γι’ αυτό είναι απαράδεκτο να αντιμετωπίζεται με τόση κυνικότητα το ζήτημα του πληθωρισμού συγκρίνοντας τον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ενώ ο έλληνας καταναλωτής πληρώνει σε φόρους κατανάλωσης 2,2δις ευρώ και ο φόρος εισοδήματος φθάνει μόλις το 1,3δις ευρώ. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ισχύει το νούμερο που επικαλείται η Κυβέρνηση ομοιόμορφα, δεν είχαμε κάνει κανένα τεράστιο άλμα. Παραμένουμε ουραγοί .

Τώρα και με την έξαρση της ακρίβειας η αλήθεια είναι ότι οι έλληνες καταντούν να  πληρώνονται ως Βαλκάνιοι και να  πληρώνουν ως Ευρωπαίοι.  

Ποια «Κανονικότητα»;

Το αγαπημένο και χιλιοειπωμένο moto που καλύπτει ως προστατευτική ομπρέλα και διακαής πόθος όλους τους συντηρητικούς, νεοφιλελεύθερους και μη πολιτικούς και δημοσιολογούντες είναι η περιλάλητη  «επιστροφή στην κανονικότητα».

Η εμμονή τους στην ιδέα ότι με τον ίδιο τρόπο που οδηγηθήκαμε έως εδώ θα επιστρέψουμε στην αφετηρία από όπου ξεκινήσαμε. Μια εξέλιξη γραμμική, ευθεία και σχεδόν νομοτελειακή. Σε τόσο χρόνο θα αφήσουμε πίσω μας την πανδημία, σε τόσο χρόνο θα βγούμε από την κρίση, σε τόσο χρόνο θα ανακάμψει η οικονομία μας, σε τόσο χρόνο θα πάρει τέλος η εποχή «των ισχνών αγελάδων». Είναι ο δήθεν ορθολογισμός του μοναδικού δρόμου για την οικονομία και την ανάπτυξη. Μέχρι τότε θα παίρνουμε μέτρα πρόσκαιρα, ανακουφιστικά, θα μοιράζουμε έκτακτες παροχές, θα τροφοδοτούμε από το περίσσευμα των πόρων τις άμεσες ανάγκες της χώρας.

Το ερώτημα είναι τι περιγράφεται ως κανονικότητα σήμερα :

  • Είναι κανονικότητα η ακρίβεια και οι ολιγοπωλιακές δομές που την ξεζουμίζουν;
  • Είναι κανονικότητα η 3η πιο υψηλή φορολογία κατανάλωσης στην Ευρώπη – που βαρύνει δυσανάλογα τα μικρομεσαία και πλέον ευάλωτα νοικοκυριά – ανάμεσα στις 27 χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης; Τη στιγμή που  μάλιστα η χώρα φορολογεί προνομιακά τα μπόνους στα μερίσματα, τα μπόνους στα golden boys, στους ποδοσφαιριστές και τις δωρεές στους γόνους της βίλας με πισίνα;
  • Είναι κανονικότητα πάνω σε αυτό το φορολογικό μίγμα με τον προϋπολογισμό του 2022 η αύξηση των φόρων θα προέλθει κατά 60% πάλι από τους έμμεσους φόρους;
  • Είναι κανονικότητα το 40% των δανείων εντός και εκτός ισολογισμού τραπεζών -δεν έχει σημασία- να είναι κόκκινα και ο νέος πτωχευτικός κώδικας  να απειλεί να «απαλλάξει» του μισούς Έλληνες από τα δάνεια;
  • Είναι κανονικότητα το χρόνιο πλέον επενδυτικό κενό με τις πάγιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ της να είναι σταθερά εδώ και μια δεκαετία οι χαμηλότερες στην Ευρώπη και περίπου οι μισές του ευρωπαϊκού μέσου όρου;
  • Είναι κανονικότητα ένα τραπεζικό σύστημα που ενώ έλαβε έκτακτη χρηματοδότηση από τον Μάρτιο του 2020 από την ΕΚΤ ύψους περίπου 40 δισεκ. ευρώ  να μη βρίσκει επενδυτικές ευκαιρίες για να χρηματοδοτήσει και να καταθέτει τη ρευστότητα στην Τράπεζα της Ελλάδος;
  • Είναι κανονικότητα όταν μετά από 11 χρόνια εκτέλεσης του Προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, όπως αναφέρει η  αιτιολογική έκθεση, να έχουν εισπραχθεί σε ταμειακή βάση 7,5 δις. ευρώ αλλά η Κυβέρνηση  το 2021 μέσω του μηδενισμού των CoCos της Πειραιώς που δρομολόγησε να καίει 2,36 δις. ευρώ δημόσιας περιουσίας

Αυτή η κανονικότητα δεν μπορεί να είναι μονόδρομος για μια χώρα και μια κοινωνία που βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των ανακυκλούμενων κρίσεων. Ούτε εξαντλείται στην ευημερία αριθμών που δεν περιγράφουν αλλά συσκοτίζουν την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες.

Ένα άλλο μοντέλο παραγωγικό και αναπτυξιακό που παράγει πραγματικό πλούτο και κατανέμει δίκαια βάρη, κόστη και οφέλη απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που μια συντηρητική διακυβέρνηση αρνείται να κατανοήσει και να τις επιχειρήσει. Αρνείται να κοιτάξει κατάματα το μέλλον και να περιγράψει ένα δρόμο ανθεκτικό και δύσκολο που οδηγεί τον τόπο στην ευημερία.

Το μέλλον δυσοίωνο

Ωστόσο, επιλέγοντας, πρέπει να λογαριάσουμε το πως προχωρούμε όχι μόνο στο 2022 αλλά και στο «άγνωστο» 2023.

Ο φετινός Κρατικός Προϋπολογισμός με την ολοκλήρωση του  αν δεν αναθεωρηθεί εντωμεταξύ – που είναι και το πιθανότερο- επιχειρεί μια δημοσιονομική σύγκλιση της τάξης των 9,6δις ευρώ. Προβλέπει έσοδα 4,4δις επιπλέον και δαπάνες 5,2δις λιγότερες. Σημειωτέο ότι τα μεν έσοδα πρέπει να αυξηθούν  περίπου με διπλάσιο ρυθμό  από το ρυθμό ανάπτυξης. Στόχος  που είναι σχεδόν ανέφικτος. Η δε περικοπή δαπανών τέτοιου ύψους, σε συνέχεια μια πολυετούς περιστολής, οδηγεί πολύ πιθανόν πολλούς τομείς του δημοσίου σε οριακή λειτουργία. Στόχος επίσης ανέφικτος.  

Το ερώτημα είναι: Αν υπάρξει τέλος της δημοσιονομικής χαλάρωσης και υποχρεωθούμε από το 2023 να πάμε σε υψηλά πλεονάσματα με δεδομένο ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι πολύ μικρότεροι και το χρέος θα παραμένει σε τεράστιο ποσοστό του ΑΕΠ μήπως θα βρεθούμε μπροστά σε νέα μνημόνια;    

Πολύ φοβόμαστε ότι η Κυβέρνηση με τον νου της προσηλωμένο στον εκλογικό κύκλο και με στρατηγικό ορίζοντα ιδιαίτερα στενό, όπως αποδεικνύεται, μπορεί να διευκολύνει αυτή  την αρνητική εξέλιξη. Είναι υποχρεωμένη από τώρα όχι μόνο να  ενημερώσει για το που βρίσκεται σήμερα η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τι διεκδικούμε, αλλά και να εμφανίσει σχεδιασμούς και εναλλακτικά σενάρια.

Αλλιώς θα βρεθεί υπόλογη απέναντι στην ιστορία.     

Ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρά τις παροχές της Κυβέρνησης είναι για μια ακόμη φορά άδικος, αντικοινωνικός, αντιαναπτυξιακός και προπαντός με δυσοίωνες προοπτικές υλοποίησης.  

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Κώστας Σκανδαλίδης: «Πληρωνόμαστε ως Βαλκάνιοι και πληρώνουμε ως Ευρωπαίοι»Γιώργος Μουλκιώτης: «Μη ρεαλιστικός και χωρίς όραμα για ουσιαστική ανάκαμψη και ανάπτυξη της χώρας ο Προϋπολογισμός 2022»