Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο της Ευαγγελίας Λιακούλη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

Τα έργα και οι ημέρες του παραδικαστικού κυκλώματος, του οποίου τις μεθόδους κάποιοι παρακολουθήσαμε καρέ-καρέ, ως μέλη της Προανακριτικής Επιτροπής, αλλά και η διαχείριση της τραγωδίας στο Μάτι, που άφησε εμβρόντητους όλους, όσοι ανήκουν στην κατηγορία «Άνθρωπος», άνοιξαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, που σχετίζεται με το νέο, υπό διαμόρφωση πολιτικό σκηνικό και την επιρροή των αποκαλύψεων στα κόμματα και τις συνεργασίες.

Η κυβέρνηση, αναπαύεται στις δάφνες της κραταιάς νίκης της, αφού κατάφερε να πλήξει ανεπανόρθωτα το «ηθικό πλεονέκτημα» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα να  του τραβήξει και το τελευταίο φύλο συκής, ενώ αυτό βρισκόταν ακόμη επί της πασαρέλας, με εκτυφλωτικά τα φώτα και με αποτέλεσμα να καταγραφεί κάθε σοκαριστική λεπτομέρεια, του «γυμνού και ασχήμου» !  

Τα δύο κύρια κόμματα, που σηκώνουν το βάρος της Αντιπολίτευσης από το κεντρο-αριστερό «μετερίζι», ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής, ενώ θεωρητικά δεν βρίσκονται και τόσο μακριά σε ιδεολογικά ζητήματα, ποτέ ωστόσο δεν βρέθηκαν μακρύτερα το ένα από το άλλο, από ό,τι κατά την παρούσα, εξαιρετικά φορτισμένη, όσο κι αποκαλυπτική, περίοδο.

Η ιστορία  θυμίζει μια φράση από ένα παλιό, χιλιοπαιγμένο διαφημιστικό μήνυμα για απορρυπαντικό, που κατέληγε περίπου ως εξής: «Η διαφορά μεταξύ πλυμένου και πραγματικά καθαρού»…

Κι όχι άδικα, από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ,  με τη μετεωρική του άνοδο στην εξουσία, μάζεψε γύρω από τον αρχικό πυρήνα του 4%, ένα πλήθος γυρολόγων, για να καταλήξει ένα ιδεολογικό σύμφυρμα ενός απολύτως ετερόκλητου πολιτικού δυναμικού, που εκτείνεται από τις παρυφές της «ολίγον ακροδεξιάς» των ΑΝΕΛ, μέχρι τις παρυφές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς – «σταγονίδια» της οποίας υπάρχουν πια μέσα στο κόμμα, μετά την «εκπαραθύρωσή» τους, το δραματικό καλοκαίρι του 2015.

Ενδιάμεσα στους δύο αυτούς απίθανα διαφορετικούς κόσμους, εντός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, προσπαθεί να ισορροπήσει, μια σειρά παλιών στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που πολλές φορές μιλούν κι εκφράζονται, ως «βασιλικότεροι του βασιλέως», επιβεβαιώνοντας ότι ο γενιτσαρισμός είναι ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό φαινόμενο .

Είναι πλέον βέβαιο, πως αν στην Κουμουνδούρου επιθυμούν να πιάσουν το νήμα από την αρχή, θα πρέπει επειγόντως να ξαναδούν και να αντιμετωπίσουν τις ίδιες, τις κραυγαλέες αντιφάσεις τους. Όπως τον διπολισμό που διακατέχει την ρητορική τους σε ό,τι αφορά το «κακό» ΠΑΣΟΚ, του οποίου ωστόσο τα ..«καλά» στελέχη- πρώην υπουργούς!, οι ίδιοι προωθούν σε κορυφαίες πολιτικές θέσεις.

Θα πρέπει να προβούν σε επώδυνες διαδικασίες αυτοκάθαρσης και ομογενοποίησης, να αποβάλουν από τους κόλπους τους όλους τους υπαίτιους  των σκανδάλων και της πολιτικής σήψης που ζούμε και  να σταματήσουν να κακοπαίζουν το ρόλο του τιμητή και να γίνονται τελικά, καταγέλαστοι.

Είναι αυτονόητο ότι στην σημερινή βεβαρυμμένη συνθήκη, τόσο για την κοινωνία, όσο και για την οικονομία, η χώρα χρειάζεται μια πραγματική, μη λαϊκίζουσα Αξιωματική Αντιπολίτευση, πραγματικό αντίβαρο στην Κυβέρνηση, που παρά τις απανωτές παλινωδίες της, φαίνεται ότι ακόμη πηγαίνει «καβάλα στο κύμα» του περυσινού θριάμβου της.

Η πραγματικότητα κραυγάζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πείθει, με τους πολίτες να αδημονούν για πραγματικές αντι-προτάσεις.

Είναι χρέος του προοδευτικού κόσμου και ευθύνη του Κινήματος Αλλαγής, να αποτελέσει και πάλι τον θεσμικό εγγυητή, που αφενός θα επουλώσει την μεγάλη πληγή του αξιακού και θεσμικού μας συστήματος από τα απανωτά χτυπήματα των σκανδάλων των ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ κι αφετέρου θα αποτελέσει τον ασφαλή δρόμο, μιας  ώριμης, ορθολογικής, σοβαρής και υπεύθυνης αντιπολίτευσης.

Την απάντηση για το πόσο μοναχικός ή όχι, θα είναι τελικά ο δρόμος αυτός, θα τη δώσει ο ιστορικός του μέλλοντος, ο οποίος σίγουρα θα έχει καταλήξει τότε,  σχετικά με το ποιος ήταν απλώς πλυμένος και ποιος πραγματικά καθαρός…

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Ζέφη Δημαδάμα: «Ταμείο Ανασυγκρότησης: Ανάπτυξη, μείωση ανισοτήτων και ενίσχυση των γυναικών»Μιχάλης Κατρίνης: «Υπάρχει πρόνοια στην εποχή της κανονικότητας; 7+1 αλήθειες και μύθοι για το ζοφερό μέλλον των δανειοληπτών»