Το Κίνημα Αλλαγής διοργάνωσε τηλεσυζήτηση με θέμα: «Η ελληνική οικονομία σήμερα. Υπάρχει προοπτική μετά την πανδημία;», την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου.

Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είχε ως εξής:

Εισαγωγική τοποθέτηση: Φώφη Γεννηματά, Πρόεδρος Κινήματος Αλλαγής

Στη συζήτηση συμμετείχαν:
• Νίκος Χριστοδουλάκης, καθηγητής, πρ. Υπουργός Οικονομικών: Ταμείο Ανάκαμψης, τι μπορούμε να περιμένουμε;
• Φίλιππος Σαχινίδης, πρ. Υπουργός Οικονομικών: Δημοσιονομικές προϋποθέσεις για βιώσιμη οικονομία μετά την κρίση
• Γιώργος Αργείτης, καθηγητής, Επιστ. Διευθυντής ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Αγορά εργασίας και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς
• Κώστας Σκανδαλίδης, βουλευτής: Προϋπολογισμός 2021. Ευχολόγια χωρίς σχέδιο
• Μιχάλης Κατρίνης, βουλευτής: Είναι η αγορά ο μεγάλος ασθενής της πανδημίας; Λύσεις και προτάσεις

Συντονιστής: Γιάννης Κουτσούκος, Γραμματέας Τομέα Οικονομικών

Φίλες και Φίλοι,

Σίγουρα το πρώτο ζήτημα που απασχολεί τον Ελληνικό λαό σήμερα είναι η προστασία της υγείας του από τον covid-19.

Όμως υπάρχει και το θέμα της οικονομίας. Πως θα χτίσουμε το αύριο και αυτό δεν μπορεί να γίνει πάνω σε ερείπια.

Έχουμε υποχρέωση και συμβάλλουμε καθημερινά με τις προτάσεις μας. Σε σαυτό αποβλέπει και η σημερινή εκδήλωση.

Τρεις είναι οι κεντρικοί άξονες που συνθέτουν την οικονομική πραγματικότητα.

Ο πρώτος: Τα άμεσα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Ο δεύτερος: Ο κρατικός Προϋπολογισμός-οι οικονομικές προτεραιότητες για το 2021.

Ο τρίτος: Το Σχέδιο για την διαχείριση των πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης της μεγάλης-ίσως τελευταίας-ευκαιρίας για την έξοδο από την κρίση και την παραγωγική ανασυγκρότηση της Οικονομίας.

Στον πρώτο άξονα:

Έχουμε ασκήσει εντός και εκτός Βουλής σκληρή κριτική στα Κυβερνητικά μέτρα.

• Γιατί είναι αποσπασματικά, ανεπαρκή και καθυστερημένα.

• Γιατί στηρίζουν κυρίως τους λίγους και ισχυρούς, ελάχιστα για τους μικρομεσαίους, τίποτε για τους αγρότες. Όποιος αμφιβάλλει ας δει το πώς χειρίστηκαν οι Τράπεζες την ρευστότητα.

• Γιατί η ΝΔ εκμεταλλεύεται την κρίση για να αφαιρέσει εργασιακά δικαιώματα και να εφαρμόσει το δόγμα «μισός μισθός-μισή δουλειά».

Πολύ έγκαιρα καταθέσαμε το δικό μας ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ.

Με εμπροσθοβαρή, στοχευμένα, αποτελεσματικά μέτρα για να μείνει ΟΡΘΙΑ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΖΩΝΤΑΝΗ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

…………………………… . …………………………… . ……………………………

Στον δεύτερο άξονα:

Ο Προϋπολογισμός που κατέθεσε η Κυβέρνηση για το 2021 στηρίζεται σε σενάρια που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Πως θα έχουμε ανάπτυξη 4,8% για το 2021;

Θα έχουν εξαφανιστεί τα προβλήματα της πανδημίας; Θα γυρίσουμε εν μια νυκτί στα δεδομένα του 2019; Μα και τότε στο Δ’ τρίμηνο, ύφεση καταγράφηκε με τις πολιτικές που ακολούθησε η ΝΔ.

Στόχος εκτός πραγματικότητας. Ιδιαίτερα όταν η μεγάλη καθυστέρηση στο Ταμείο Ανάκαμψης είναι ήδη γεγονός και στην Ευρώπη και στην χώρα μας.

Ποιοι αλήθεια θα πληρώσουν παραπάνω για να αυξηθούν τα έσοδα –όπως προβλέπει-κατά 8,1%;

Γιατί όποιος γνωρίζει το τι γίνεται στην αγορά, όποιος βλέπει τη μείωση του εισοδήματος των εργαζόμενων κατά 10% μέσα στο χρόνο, όποιος ασχολήθηκε με την κρίση στον αγροτικό χώρο, θα μας πει ότι αυτός είναι ανέφικτος στόχος.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση ή πετάει στα σύννεφα ή επιχειρεί και πάλι να παραπλανήσει τους πολίτες.

…………………………… . …………………………… . ……………………………

Στον τρίτο άξονα:

Όπως φαίνεται από τις πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού, αλλά και από αυτές του αρμόδιου Υπουργού, η Κυβέρνηση υιοθέτησε πλήρως τις προτάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη, για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Δικαίωμα της. Αλλά ακόμη θα πω εγώ μια αλαζονική που κρύβει και ιδεοληπτική επιλογή.

Γιατί για μια ακόμη φορά, το κρίσιμο για το μέλλον μας αυτό «Σχέδιο» έρχεται ως μονοκομματική επιλογή και όχι ως αποτέλεσμα μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής συμφωνίας. Ιδιαίτερα όταν η υλοποίηση του υπερβαίνει χρονικά την κυβερνητική θητεία της ΝΔ.

Διαφωνούμε με το περιεχόμενο και την κατεύθυνση αυτής της πρότασης:

1ον) Γιατί δεν συνιστά ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο για το μέλλον, και για την μετάβαση σε μια αναπτυγμένη, σύγχρονη, ανταγωνιστική οικονομία.

2ον) Γιατί ενώ μιλά για τον στόχο της αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, «ξεχνά» ότι από το όφελος της ανάπτυξης πρέπει με πολιτικές αναδιανομής, να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες.

Δεν είναι καθόλου τυχαία η ηθελημένη αοριστία στις προτάσεις για τους φορολογικούς συντελεστές, και η έλλειψη αναφοράς για την φορολόγηση του πλούτου.

3ον) Γιατί μιλά για «ανάπτυξη» που βασίζεται στη στήριξη των μεγάλων και δεν αφορά τους πολλούς, τους μικρούς και μεσαίους.

4ον) Γιατί απουσιάζουν επιδεικτικά τα μέτρα για την Κοινωνική Προστασία, τα μέτρα που εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή.

Ακόμη και για την ενίσχυση των Δημόσιων Νοσοκομείων, που ως φαίνεται πρόκειται να παραδοθούν σε ιδιώτες.

5ον) Γιατί εμμένει στις βαθιά συντηρητικές προτάσεις για απολύσεις, για ωράριο λάστιχο, για την κατάργηση των ελεύθερων διαπραγματεύσεων των κοινωνικών εταίρων για τον κατώτερο μισθό. Δεν τους απασχολεί ότι και ο εργαζόμενος πρέπει να προσδοκά οφέλη από την ανάπτυξη, να βελτιώνει τη ζωή του, να αισθάνεται ασφαλής στην εργασία του.

6ον) Γιατί δεν υπάρχει καμία μέριμνα για να φέρουμε πίσω τους νέους επιστήμονες, που επενδύσαμε πάνω τους, αλλά σήμερα λόγω της κρίσης δουλεύουν και προσφέρουν στο εξωτερικό.

7ον) Γιατί εμμένει στην αντίληψη που θέλει τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους αλλά όχι τις ισχυρές δημόσιες επενδύσεις όπως για το ΕΣΥ, τις κοινωνικές υποδομές που σήμερα καταρρέουν.

Η ΝΔ έκανε την επιλογή της, προχωρά στον συντηρητικό δρόμο της.

Υπάρχει όμως και η προοδευτική διέξοδος.

Η δική μας πρόταση της Νέας Αλλαγής . Ο δρόμος του Κινήματος Αλλαγής.

Τον Σεπτέμβριο παρουσίασα την πρόταση μας στην ομιλία μου στην Hellexpo.

Η πρότασή μας περιλαμβάνει:

Α) Πρόσθετα μέτρα για τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις.

Β) Παρεμβάσεις και μέτρα για την επανεκκίνηση της Οικονομίας.

• Ελάφρυνση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων, των μεσαίων στρωμάτων, των αυτοαπασχολούμενων.

• Ισχυρά κίνητρα που συνδέονται με επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας και όχι μόνο για τα μερίσματα και τα κέρδη.

Γ) Δημόσιες Επενδύσεις για υποδομές και κοινωνική προστασία.

• Σε υποδομές που συμβάλλουν στην Ανάπτυξη.

• Στην αναγέννηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

• Στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση και ψηφιοποίηση του κράτους για την εξυπηρέτηση του πολίτη και των επιχειρήσεων. Με πλήρη διαφάνεια στις λειτουργίες του.

• Την ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας και δημόσιας ασφάλειας, ιδιαίτερα με τα προβλήματα που δημιουργεί η Κλιματική Αλλαγή.

Δ) Επενδύσεις για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση, τεχνολογικά σύγχρονες, οικονομικά βιώσιμες, ανθεκτικές στην ύφεση, με εξαγωγικό προσανατολισμό, που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας.

Με αιχμή την ενίσχυση της Βιομηχανίας, τις νέες μορφές τουρισμού, την στήριξη και μετασχηματισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την επένδυση στην Πρωτογενή Παραγωγή.

Φίλες και Φίλοι,

Η συζήτηση για το δικό μας Σχέδιο, για τον δικό μας προοδευτικό δρόμο, εισέρχεται σε μια αποφασιστική φάση. Σε αυτό εντάσσεται και η σημερινή εκδήλωση.

Θα το παρουσιάσουμε αναλυτικά και στη Βουλή. Αλλά όχι μόνο εκεί.

Στόχος μας είναι να γίνει γνωστό , όχι μόνο στους παραγωγικούς φορείς με τους οποίους έχουμε συζητήσει αλλά σε κάθε πολίτη, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Με χρήση λόγω της πανδημίας των ψηφιακών δυνατοτήτων .

Είναι το δικό μας Κοινωνικό Συμβόλαιο για την νέα Ελλάδα.

Φίλες και Φίλοι,

Κλείνω με 4 απαραίτητες επισημάνσεις.

Η πρώτη: Θα οδηγηθούμε σε νέα αδιέξοδα εάν από το 2022, επανέλθουν οι βαθιά συντηρητικές προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας της Ε.Ε. και οι δυσβάσταχτοι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στην Ελληνική Οικονομία,

που υπονομεύουν κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια.

Η δεύτερη: Στα επόμενα χρόνια η Ελλάδα-αλλά και άλλες χώρες του Νότου-θα έχουν να αντιμετωπίσουν, ένα επικίνδυνα υψηλό Δημόσιο Χρέος. Με ότι αυτό συνεπάγεται και για τον ομαλό δανεισμό της χώρας, ιδιαίτερα εάν η ΕΚΤ δεν συνεχίσει τα έκτακτα μέτρα ρευστότητας.

Η Τρίτη: Όσο το ελεγχόμενο από τους ξένους Υπερταμείο λειτουργεί ως μηχανισμός υποθήκης στους δανειστές και όχι ως μέσο αξιοποίησης της Δημόσιας περιουσίας, οι προσπάθειές μας θα αποδυναμώνονται.

Απαιτείται από ΤΩΡΑ η Κυβέρνηση να προετοιμάσει την παρέμβαση της, τις συμμαχίες της, ώστε η ΕΕ να προχωρήσει:

• Στην κατάργηση των στόχων των δυσβάσταχτων πλεονασμάτων για την χώρα μας. Να ισχύσει ότι για τις άλλες χώρες της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

• Στην αποδοχή πρόσθετων μέτρων για την ομαλή διαχείριση του δημόσιου χρέους σε βάθος χρόνου, ειδικά για τις χώρες του Νότου.

• Στο να περιέλθει ο έλεγχος του Υπερταμείου στη χώρας μας. Έτσι θα ενισχυθούν και οι πόροι για το Ασφαλιστικό.

Και η 4η επισήμανση

Η αποτελεσματική διαχείριση των Ευρωπαϊκών πόρων είναι απαράβατος όρος για την επιτυχία κάθε στόχου.

Οι αρνητικές εμπειρίες από τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, αλλά και η αποτυχημένη διαχείριση του τρέχοντος ΕΣΠΑ, δεν πρέπει να επαναληφθούν.

Δεν είναι λύση ούτε για την αποτελεσματικότητα, ούτε για τη διαφάνεια, ο «πλήρης έλεγχος» από το Πρωθυπουργικό Γραφείο..

Να καταργηθούν όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια και οι επενδύσεις να προχωρούν με fast track διαδικασίες κατά το πρότυπο των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ιδιαίτερα για τις μεγάλες εμβληματικές επενδύσεις, να λύνονται εξ’ αρχής όλα τα θέματα που σχετίζονται με όρους δόμησης και χρήσης γης.

  • Το βασικό πολιτικό ζήτημα της χώρας μας σήμερα δεν είναι μόνο η διαμόρφωση των συνθηκών σταθεροποίησης και αντιστροφής της υφεσιακής δυναμικής που έχει προκαλέσει το σοκ του COVID-19, αλλά ο προσδιορισμός ενός νέου υποδείγματος ανάπτυξης, και των κύριων χαρακτηριστικών του που θα καθορίσουν τη διατηρησιμότητα του.
  • Και θα πρόσθετα ότι αυτό που έχει ανάγκη σήμερα η χώρα μας είναι μια ουσιαστική αντιπαράθεση προτάσεων βάσει των οποίων θα αναδεικνύεται και θα αιτιολογείται η μετάβαση σε ένα νέο υπόδειγμα όπου η υποβάθμιση της εργασίας και του περιβάλλοντος, και οι ανισότητες και οι αποκλεισμού δεν θα είναι διακριτά χαρακτηριστικά  του. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης επιταχύνουν αυτήν την ανάγκη αναπτυξιακής αντιπαράθεσης.
  • Θα υποστηρίξω την άποψη ότι εάν ο πολιτικός στόχος είναι πράγματι η μετάβαση σε ένα νέο βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς, τότε για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές σε αντιλήψεις και πεποιθήσεις για τις αναγκαίες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας ειδικά σε μια περίοδο όπου έχουν ενεργοποιηθεί δυνάμεις που μεταμορφώνουν το ρόλο της εργασίας, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ο αυτοματισμός, η ρομποτική, η τηλεργασία, η κλιματική αλλαγή και οι δημογραφικές εξελίξεις.
  • Ποιες είναι όμως οι νέες αντιλήψεις και οι παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να ισχυροποιήσουν τον ρόλο της εργασίας σε ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης; Λόγω χρόνου και πολύ συνοπτικά θα υπογραμμίσω τις εξής τρείς:
  • Πρώτον, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τους άξονες αξιολόγησης της αγοράς εργασίας. Η ανάλυση και κυρίως ο σχεδιασμός πολιτικών δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στο συνηθισμένο μέγεθος του ποσοστού της ανεργίας και της αναγκαίας μείωσης του. Η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ευρύτερη και να εστιάζει σε ένα σύνολο δεικτών που αποτυπώνουν την μεταβολή του όγκου, της κλαδικής διάρθρωσης και της ποιότητας της απασχόλησης.
  • Η Ατζέντα 2030 των ΗΕ και ειδικότερα ο ΣΑΑ 8 όπως και το παγκόσμιο σύμφωνο απασχόλησης της ΔΟΕ θέτει το πλαίσιο της προώθησης μιας βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης μέσω της αύξησης της παραγωγικής εργασίας, κάτι που στην χώρα μας σημαίνει παραγωγικό μετασχηματισμό, της προώθησης της αξιοπρεπούς εργασίας, της ενίσχυσης της μισθολογικής ισότητας μεταξύ γυναικών/ανδρών, της ενίσχυσης των ίσων ευκαιριών απασχόλησης για όλους, της μείωσης της άτυπης απασχόλησης και της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η πολιτική δέσμευση στους στόχους αυτούς προϋποθέτει μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση στον προσδιορισμό της αμοιβής και των συνθηκών εργασίας.
  • Δεύτερον, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο τρόπος άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής. Η διαμορφωμένη δημοσιονομική διαχείριση γίνεται με εργαλεία μικρορύθμισης που στοχεύουν μέσω ενός συστήματος κινήτρων και βελτίωσης του κέρδους στην επενδυτική ενεργοποίηση του επιχειρηματικού τομέα. Η Έκθεση Πισσαρίδη είναι ένα παράδειγμα αυτής της οπτικής.

 

  • Η εμπειρία μας δείχνει ότι τέτοιες δημοσιονομικές παρεμβάσεις αποτυγχάνουν να οδηγήσουν σε αύξηση της απασχόλησης, και ειδικά των χαμηλότερα αμειβόμενων εργαζομένων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι παρεμβάσεις τύπου μείωση του μη μισθολογικού κόστους και των ασφαλιστικών εισφορών λειτουργούν με τρόπο που ακόμη και αν βελτιώσουν τις προοπτικές απασχόλησης, αυτό θα γίνει για εκείνους που ο ιδιωτικός τομέας θεωρεί «πιο απασχολήσιμους» και τελευταία και πιθανά καθόλου, τις προοπτικές απασχόλησης εκείνων που θεωρούνται «λιγότερο απασχολήσιμοι» ή «καθόλου απασχολήσιμοι». Ως συνέπεια, οι συγκεκριμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις δεν συμβάλλουν στη μείωση της αβεβαιότητας και του κατακερματισμού στην αγορά εργασίας, ενώ αυξάνουν την εισοδηματική ανισότητα και τον αποκλεισμό.

 

  • Χρειαζόμαστε λοιπόν μια νέα προσέγγιση όπου η δημοσιονομική πολιτική θα θεσμοθετεί ένα αυτόματο σταθεροποιητή που θα μειώνει όχι μόνο το κενό ζήτησης, αλλά και το κενό της ζήτησης εργασίας, και μάλιστα με τρόπο που να καταλήγει σε μετρήσιμα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα.
  • Αυτό μπορεί να γίνει όταν η δημοσιονομική πολιτική θα στοχεύει η ίδια στη δημιουργία θέσεων εργασίας για όλους όσους επιθυμούν και είναι ικανοί να εργαστούν και ειδικά για τους εργαζόμενους που βιώνουν τις πιο επισφαλείς συνθήκες απασχόλησης, μεγαλύτερες περιόδους ανεργίας και μεγαλύτερη δυσκολία επανένταξης στην αγορά εργασίας. Σχετικά με την μορφή που μπορεί να έχει ένα τέτοιο πρόγραμμα δημοσιονομικής παρέμβασης υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές προτάσεις. Ανάμεσα σε αυτές υπογραμμίζω τη σημασία της πρότασης του «εργοδότη ύστατης καταφυγής».
  • Χρειάζομαι πολύ χρόνο για να αναλύσω της κοινωνικές και αναπτυξιακές διαστάσεις του θεσμού αυτού. Θα αναφερθώ όμως στο πολιτικό πλεονέκτημα που έχει έναντι του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που είναι η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη κοινωνικής πολιτικής Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι μια πολιτική αναδιανομής μέσω της φορολογίας και ως τέτοια έχει συμπαντικούς περιορισμούς όπως την κατάσταση της οικονομίας, την ανεκτικότητα εκείνων που πληρώνουν φόρους και κυρίως την πολιτική, οικονομική και ιδεολογική ισχύ εκείνων που προτείνουν μείωση των φόρων.
  • Το πρόγραμμα του εργοδότη ύστατης καταφυγής δημιουργεί πόρους με τη μορφή χρήσιμων κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών και ΑΕΠ για την αναχρηματοδότησή του. Είναι πολιτικά βιώσιμο γιατί δεν είναι μια κοινωνική πολιτική αναδιανομής πόρων αλλά μια αναπτυξιακή πολιτική δημιουργίας πόρων.
  • Σε συνδυασμό με παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στην ποιότητα της εργασίας με συνεχή αναβάθμιση δεξιοτήτων και της επαγγελματικής κατάρτισης, με πολιτικές ένταξης στην αγορά εργασίας και με μια ισχυρή δέσμευση στην ισότητα ευκαιριών και αμοιβών δημιουργούνται συνθήκες ενίσχυσης της παραγωγικής και της αξιοπρεπούς εργασίας που είναι θεμελιακές προϋπόθεσεις για ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς.

 

  • Τρίτον, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο κατώτατος μισθός ως μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης για να γίνει ένα οργανικό συστατικό ενός βιώσιμου και δίκαιου υποδείγματος ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει απομάκρυνση από την κυρίαρχη μίκρο-επιχειρησιακή προσέγγιση του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού. Ένας αξιοπρεπής κατώτατος μισθός διαβίωσης θα μπορούσε να προκύψει από την προσαρμογή του στο 60% του διάμεσου μισθού, έτσι ώστε να γίνει το όριο της σχετικής φτώχειας το κατώτατο όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

 

  • Η προσαρμογή αυτή δεν σημαίνει αγνόηση των πραγματικών συνθηκών της οικονομίας. Αντίθετα, στο πλαίσιο μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας και βάσει ενός χρονοδιαγράμματος ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, ο κατώτατος μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης  θα σηματοδοτούσε τη μετάβαση σε μια νέα βιώσιμη πραγματικότητα που θα περιορίζει την εργασιακή φτώχεια και θα διασφαλίζει ένα μέλλον αξιοπρέπειας και ασφάλειας για την εργασία.
  • Ολοκληρώνοντας, το αξιακό περιεχόμενο αυτών των προτάσεων προσδιορίζει, κατά την άποψη μου, το ιδεολογικό φορτίο ενός προοδευτικό προγράμματος οικονομικής πολιτικής και μιας κοινωνικά αξιόπιστης και φερέγγυας πολιτικής πρότασης που εγγυάται στους εργαζόμενους ένα δίκαιο μερίδιο της οικονομικής προόδου και ένα διατηρήσιμο επίπεδο ευημερίας.

Oι κρίσεις και οι ασύμμετρες απειλές όπως δείχνει η πρόσφατη Ιστορία, έχουν καταλυτική επίπτωση στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική.

Σήμερα, στον καιρό του covid, βρισκόμαστε στο μέσον ενός υγειονομικού πολέμου που αλλάζει πολλά δεδομένα σε όλα τα πεδία.

Σε αυτό τον ακήρυχτο πόλεμο, φοβάμαι πως εκτός από τις τραγικές περιπτώσεις των 2000 συμπολιτών μας που ως σήμερα έχασαν τη ζωή τους λόγω του κορωνοϊού ή όσους ταλαιπωρηθούν νοσηλευόμενοι επί ημέρες στα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ, τελικά ο μεγάλος ασθενής του covid-19 θα αποδειχθεί ο κόσμος της αγοράς και πιο συγκεκριμένα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι σε αυτές.

Και αυτή δεν είναι μια διαπίστωση που κάνει το Κίνημα Αλλαγής σε μια απόπειρα αντιπολιτευτικού οίστρου. Είναι καθολική διαπίστωση των εμπορικών συλλόγων, των επιμελητηρίων, των επαγγελματιών, όπως αποτυπώθηκε και σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, με τη μεγάλη πλειοψηφία των ερωτηθέντων (μέχρι και 70%) να θεωρούν ανεπαρκή τα ως τώρα μέτρα της κυβέρνησης για τη στήριξη της οικονομίας.

Ποια είναι όμως η κατάσταση σήμερα, με την αγορά κλειστή και χιλιάδες εργαζόμενους σε αναστολή, εν μέσω του 2ου lockdown που είναι άγνωστο για πόσο θα συνεχιστεί και αν θα επαναληφθεί;

  • Ο τζίρος στην αγορά αναμένεται να μειωθεί κατά 50 δις ευρώ, με το 50% και πλέον των ελληνικών επιχειρήσεων να έχει κόκκινα δάνεια προ κορωνοϊού , με τα νέα κόκκινα δάνεια να φτάνουν τα 10 δις ευρώ μέχρι το 2022.
  • Η κυβέρνηση μεταθέτει φορολογικές υποχρεώσεις 323 εκατ. ευρώ για τα τέλη Απριλίου την ίδια στιγμή που ζητά να καταβληθούν 3,5 δις ευρώ σε ΕΝΦΙΑ, φόρο εισοδήματος και τέλη κυκλοφορίας μέχρι το τέλος του χρόνου.
  • Η κυβέρνηση προσδοκά έσοδα 8,25 δις το πρώτο δίμηνο του 2021, περισσότερα από το αντίστοιχο περσινό δίμηνο. Επιπλέον προσδοκά συνολικά αυξημένα έσοδα 3,65 δις για το νέο έτος,
  • Στον προϋπολογισμό του 2021 έχουν προβλεφθεί για τον κόσμο της αγοράς:
  • 0 ευρώ για επιστρεπτέα προκαταβολή
  • 0 ευρώ για αποζημίωση ειδικού σκοπού στις επιχειρήσεις
  • Πληρωμή κανονικά της προκαταβολής φόρου (1,6 δις η περυσινή μείωση)
  • 0 ευρώ για χρηματοδότηση από τα εργαλεία ρευστότητας (ΤΕΠΙΧ ΙΙ+Ταμείο Εγγυοδοσίας)

Εργαλεία ρευστότητας μέσω των τραπεζών συνολικού ποσού 7 και πλέον δις που κατέληξαν μόλις σε 18.000 επιχειρήσεις, την ίδια στιγμή που πάνω από 250.000 επιχειρήσεις συνωστίστηκαν στα 4,7 δις της επιστρεπτέας προκαταβολής, του μοναδικού μέτρου που έφτασε στην πραγματική οικονομία (το είχαμε πει από την αρχή)

Αυτή η αναντιστοιχία κατανομής των πόρων δείχνει την έλλειψη ουσιαστικού σχεδιασμού της   κυβέρνησης για τις ανάγκες στήριξης του επιχειρηματικού κόσμου σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία.

Παροχή ρευστότητας χωρίς κριτήρια βιωσιμότητας, προστιθέμενης αξίας, αναπτυξιακών προοπτικών και διασφάλισης θέσεων εργασίας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Με μοναδικά κριτήρια αυτά του καλού πελάτη της τράπεζας και την κατά το δυνατόν γρήγορη εκταμίευση των πόρων για να βγαίνουν τα νούμερα των μέτρων στήριξης, τα οποία όμως η συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών ούτε τα ένιωσε, ούτε τα είδε στην καθημερινότητα της.

Ίδιο ακριβώς σκεπτικό και στην αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ, παρά τις διθυραμβικές ανακοινώσεις του υπουργείου Ανάπτυξης για μεγάλη απορρόφηση.

Λόγω της ευελιξίας, χρήματα για αναπτυξιακούς σκοπούς διατέθηκαν για να καλύψουν παροχές και επιδόματα, χωρίς συγκεκριμένη στρατηγική αλλά μόνο με διαχειριστικά ή λογιστικά χαρακτηριστικά, κάτι που επισημαίνει και το σχέδιο της κυβέρνησης και η σχετική έρευνα του ΣΕΒ.

Κατανοητοί οι λόγοι αυτής της επιλογής, απλά δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς.

Με δεδομένη αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα το Κίνημα Αλλαγής έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν την άμεση στήριξη των ανθρώπων της αγοράς

  • την τόνωση της ρευστότητας με την αύξηση της επιστρεπτέας προκαταβολής
  • τη στήριξη των επιχειρήσεων με την επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών
  • την αναστολή φορολογικών υποχρεώσεων μέχρι το τέλος Απριλίου
  • Και μια σειρά άλλα μέτρα

Για εμάς στο Κίνημα Αλλαγής αποτελεί προτεραιότητα η στήριξη των ανθρώπων που άντεξαν 10 χρόνια στην κρίση με άμεσα μέτρα για να μείνουν όρθιοι και προϋπόθεση για τη συζήτηση της επόμενης μέρας της ελληνικής οικονομίας.

Δεν είναι για εμάς όλοι αυτοί απλά ‘’ένα υφιστάμενο παραγωγικό οικοσύστημα’’ όπως ατυχώς αναγράφεται στην πρόταση της κυβέρνησης για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης

Δεν μπορούμε όμως να μείνουμε μόνο σε αυτά.

 Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας και δεν προσφέρονται μόνο για την αύξηση εισαγωγών τεχνολογικού εξοπλισμού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το σχέδιο προϋπολογισμού του 2021.

Αρκεί να αξιοποιηθούν με σχεδιασμό, έμπνευση και εθνική στρατηγική, με κατεύθυνση:

  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου ανασυγκρότησης της χώρας
  • τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την επιτάχυνση της δικαιοσύνης
  • τον ψηφιακό και ενεργειακό μετασχηματισμό της οικονομίας που από επιλογή καθίσταται-πλέον- μονόδρομος. Και αυτό  με δεδομένη πρόσφατη έρευνα του εργαστηρίου ηλεκτρονικού εμπορίου ELTRUN δείχνει ότι μόλις 1 στις 8 επιχειρήσεις κατατάσσεται στο προχωρημένο στάδιο του δείκτη ψηφιακής ετοιμότητας.
  • την εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής επιχειρηματικότητας στις διεθνείς αγορές και τις αλυσίδες αξίας
  • την προσέλκυση επενδύσεων με παραγωγικό πρόσημο (όχι Intrum)
  • τη δημιουργία θέσεων εργασίας και όχι θέσεων απασχόλησης

Εμείς έχουμε καταθέσει την πρότασή μας εδώ και 3 μήνες. Μια πρόταση ισορροπημένη για το παρόν και το μέλλον της οικονομίας, κοστολογημένη και με δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων πόρων

  • Με στήριξη και μετασχηματισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσα από δίκτυα και συνέργειες , τοπικά σύμφωνα, διεθνή δικτύωση και δημιουργία θερμοκοιτίδων
  • Με ενίσχυση της μεταποίησης και της βιομηχανίας, η οποία διασφαλίζει σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, σε μια συγκυρία που η ευρωπαϊκή βιομηχανία επιχειρεί να απεξαρτηθεί από την Κίνα και την Ινδία. Πως; Μέσα από προτεραιότητα στα προγράμματα σε όσες επιχειρήσεις επενδύουν στις νέες τεχνολογίες και τις ψηφιακές εφαρμογές
  • Με επένδυση στον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση του πρωτογενούς τομέα, μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό της αγροτικής οικονομίας, τη στρατηγική της καινοτομίας και της έξυπνης εξειδίκευσης, τη δημιουργία δικτύων που θα διασφαλίζουν χρηματοδότηση, συμβουλευτική και ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές.
  • Με χρηματοδότηση της έρευνας και καινοτομίας μέσα από συνεργασίες ερευνητικών φορέων πανεπιστημίων, επιχειρήσεων, με αναβάθμιση των αντίστοιχων τμημάτων και ενθάρρυνση των βιομηχανικών υποτροφιών διδακτορικών.

Ας μην πάμε μακριά από εδώ, ας δούμε το ‘’θαύμα ‘’του Δημόκριτου με την επένδυση 5 εκατ. δολαριών του Κέντρου Αριστείας Τεχνητής Νοημοσύνης με την Ernst&Young.

Όλα τα ανωτέρα απαιτούν διαρθρωτικές παρεμβάσεις στη φορολογία αλλά και επιλογές όπως η απαλλαγή από φόρους και εισφορές για τρία χρόνια για όσους επιχειρούν, φοροαπαλλαγή για νέες προσλήψεις και άλλες προτάσεις που έχουμε θέσει εδώ και καιρό στο δημόσιο διάλογο.

Προϋποθέτουν, όμως, και πρόσβαση στη χρηματοδότηση που αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα με την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό να είναι άπιαστο όνειρο για την πλειοψηφία των επιχειρήσεων (τελευταίοι στην Ε.Ε. σύμφωνα με την έρευνα SAFE της ΤτΕ ) και το επιτόκιο δανεισμού το υψηλότερο στην ευρωζώνη και το οποίο σε πραγματικούς όρους έχει αυξηθεί στο 4,16% το 2020.

Και αυτό δεν άλλαξε παρά τη φθηνή ρευστότητα λογώ του PEPP και παρά τις συστάσεις της κ.Λαγκαρντ ότι δε θα ανεχθεί πολιτικές προκυκλικής σύσφιξης των προύποθέσεων της χρηματοδότησης στις 15 Απριλίου του 2020.

Με αυτό ως δεδομένο, πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικά μοντέλα χρηματοδότησης πλην του τραπεζικού δανεισμού και πραγματικά διαβάζω με ενδιαφέρον τη σχετική αναφορά στην πρόταση που εστάλη για έγκριση στις Βρυξέλλες για την κρατική συμμετοχή σε επενδυτικά σχέδια με περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καινοτόμα προϊόντα και μεθόδους παραγωγής και θετική επίδραση σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού.

Επίσης, σε σωστή κατεύθυνση κινείται και η πρόταση για τη μόχλευση δημόσιων πόρων με θεσμικά και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και το ‘’κούμπωμα’’ του εγχώριου ΠΔΕ με τους υφιστάμενους κοινοτικούς πόρους.

Οι προτάσεις του Κινήματος Αλλαγής συνιστούν μια  ολοκληρωμένη παρέμβαση, με όραμα και κοινωνική λογική.

Δεν περιορίζεται σε μια τεχνοκρατικού χαρακτήρα πρόταση, αλλά αντιλαμβάνεται συνολικά την οικονομία, σε στενή σύνδεση με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Μαζί με την προώθηση των επενδύσεων και της ανάπτυξης μεριμνά εξίσου για το σεβασμό της εργατικής νομοθεσίας, τη στήριξη των τοπικών κοινωνιών, αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος.

Γιατί η  παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί και πρέπει να συνδυάζει τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας με  την κοινωνική συνοχή.

Και αυτό για εμάς είναι αδιαπραγμάτευτο.

Μετά από μια δεκαετή πορεία ύφεσης η ελληνική οικονομία, από το 2017 και για τρία συνεχόμενα έτη πέρασε σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την προσδοκία ότι η χώρα μπορεί με τις κατάλληλες διαρθρωτικές αλλαγές να εισέλθει σε ένα μονοπάτι βιώσιμης ανάπτυξης που θα επιτρέψει να αντιμετωπιστεί η βαριά οικονομική και κοινωνική κληρονομιά της πολύχρονης κρίσης του 2009.

Οι σχεδιασμοί αυτοί ανατράπηκαν σε λιγότερο από 10 μήνες από τη στιγμή που η κρίση πανδημίας μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα. Οι αρχικές εκτιμήσεις της κυβέρνησης για συγκράτηση της ύφεσης στο 4,7% μέσω των δημοσιονομικών παρεμβάσεων που ανακοίνωσε αναθεωρήθηκαν τρεις φορές. Η τελευταία αναθεώρηση έγινε με την κατάθεση του υπό συζήτηση προϋπολογισμού σύμφωνα με τον οποίο η ύφεση το 2020 θα φτάσει στο 10,5%. Το ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους θα διαμορφωθεί στα 162,7 δις. Θα βρεθεί δηλαδή εκεί που ήταν το 2002.

Σε ότι αφορά την απασχόληση οι πραγματικές επιπτώσεις της κρίσης πανδημίας δεν έχουν γίνει ακόμη ορατές καθώς είναι σε ισχύ τα προγράμματα στήριξης. Αυτές θα γίνουν ορατές το 2021 όταν τα προγράμματα θα έχουν λήξει. Ενδεχόμενα όμως και πάλι να μην αποτυπωθούν στο σύνολό τους γιατί ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού έπαψε πλέον να αναζητά εργασία και πέρασε στον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό. Αυτοί οι δύο παράγοντες βρίσκονται πίσω από την αισιόδοξη εκτίμηση της κυβέρνησης ότι η ανεργία θα διαμορφωθεί στο 18,9% το 2020 και θα μειωθεί στο 17,9% το 2021.

Το μέγεθος των απωλειών αν και παραπλήσιο με αυτό των υπολοίπων χωρών της ΕΕ θα κινηθεί πάνω από το μέσο όρο της ευρωζώνης για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τα ιδιαίτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας αλλά και την υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό έναν κλάδο που επηρεάστηκε πάρα πολύ από την κρίση. Ο δεύτερος παράγοντας ήταν ο περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος που έχει η χώρα στη διάθεσή της γεγονός που δεν επιτρέπει την ανάληψη πολλών δημοσιονομικών πρωτοβουλιών για τον μετριασμό της ύφεσης. Με λιγότερους πόρους η επίτευξη του στόχου για μετριασμό της ύφεσης απαιτεί μεγάλη σύνεση στην αξιοποίηση τους και επικέντρωση σε εκείνες τις παρεμβάσεις που έχουν το μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.

Με αυτά τα δεδομένα η μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση της ΝΔ το επόμενο διάστημα είναι να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη. Να εργαστεί με συνεκτικό σχέδιο και να διαθέτει την πολιτική βούληση ώστε να μετασχηματιστεί η οικονομία, να γίνει πιο εξωστρεφής, πιο πράσινη και πιο ανθεκτική. Έτσι, θα αναπληρωθούν οι απώλειες στο ΑΕΠ, θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανεργίας και της διαρροής ανθρώπινου δυναμικού σε άλλες χώρες και θα εξασφαλιστούν πόροι για να στηριχτούν όσοι χτυπήθηκαν από την κρίση.

Η στόχευση για αναδιάρθρωση της οικονομίας θα υποβοηθηθεί χρηματοδοτικά από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 32 δις ευρώ που μπορεί να διεκδικήσει η χώρα μέσω των Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που θα καταθέσει στην ΕΕ. Αυτό προϋποθέτει την ορθή αξιοποίηση τους υπό την έννοια της διοχέτευσης των πόρων σε προγράμματα με το μέγιστο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα ειδικά αυτών που είναι δάνεια και θα επιστραφούν.  Ταυτόχρονα είναι επιτακτικό να προχωρήσουν μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, στην παιδεία, στην υγεία, στην απονομή της δικαιοσύνης, στην λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών. Ένα μεγάλο ζητούμενο είναι να μην περιοριστεί ο ανταγωνισμός εξαιτίας της πιθανής συγκέντρωσης των αγορών και της διαμόρφωσης μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών συνθηκών.

Καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη το δεύτερο κύμα πανδημίας και έχει ενεργοποιηθεί το δεύτερο lockdown είναι δύσκολο να γίνει μια αξιόπιστη εκτίμηση για το πόσο γρήγορα θα καταφέρει η οικονομία να αναπληρώσει τις απώλειες σε ΑΕΠ -έναντι του 2019- και στην απασχόληση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών οι απώλειες στο ΑΕΠ θα καλυφθούν προς το τέλος του 2022.

Μια κρίσιμη παράμετρος για την πορεία ανάκαμψης είναι οι αποφάσεις που θα ληφθούν σε Ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η ΕΕ για να διευκολύνει τις χώρες να χρησιμοποιήσουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς για να μετριάσουν την ύφεση τους έθεσε σε αναστολή για τη διετία 2020-2021. Η Ελλάδα αποδεσμεύτηκε από την υποχρέωση να έχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2020 και το 2021. Το έλλειμα φέτος θα είναι 9,9% του ΑΕΠ και 6,7% το 2021. Τα ελλείμματα αυτά σε συνδυασμό με την πρωτοφανή ύφεση θα οδηγήσουν σε αύξηση του δημόσιου χρέους κατά 28 ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι το χρέος το 2020 θα φτάσει στο πρωτοφανές 209% του ΑΕΠ.

Παρά την αύξηση του το ελληνικό δημόσιο δανείζεται με ένα ιστορικά χαμηλό επιτόκιο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα κυρίως της απόφασης της ΕΚΤ να αγοράζει ομόλογα του ελληνικού δημοσίου στο πλαίσιο του προγράμματος της για την αντιμετώπιση της κρίσης πανδημίας παρά το γεγονός ότι δεν έχουν την επενδυτική βαθμίδα. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η αλλαγή στάσης των αγορών ως προς το κριτήριο που χρησιμοποιεί στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Η έμφαση έχει μετατοπιστεί στις μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους -υπό εύλογες υποθέσεις για την ανάπτυξη και το μέσο επιτόκιο δανεισμού- η Ελλάδα στα επόμενα χρόνια θα έχει μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες που θα κινούνται γύρω από το 15% του ΑΕΠ. Επομένως η διατήρηση της βιωσιμότητας σε μεγάλο βαθμό -αλλά όχι μόνο- εξαρτάται από την πορεία του κόστους δανεισμού και του ΑΕΠ.

Το κρίσιμο ερώτημα σε ότι αφορά την πορεία της οικονομίας και τη δυνατότητα να εισέλθει σε βιώσιμη τροχιά ανάπτυξης είναι αν θα διατηρηθεί το περιβάλλον των ευνοϊκών δημοσιονομικών προϋποθέσεων. Διότι οι ευνοϊκές αποφάσεις της ΕΕ και της ΕΚΤ είναι πολύ πιθανόν να ανακληθούν από το 2022 καθώς οι οικονομίες θα έχουν οδηγηθεί σε μια νέα κανονικότητα. Αν λοιπόν η Ελλάδα το 2022 πρέπει να επιστρέψει σε πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ τότε -πριν προλάβει η οικονομία να ανακάμψει – θα κληθεί να ακολουθήσει μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που θα την καθηλώσει σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ή και στασιμότητα.

Για να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο η κυβέρνηση οφείλει από κοινού με τις υπόλοιπες χώρες που έχουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο και χτυπήθηκαν υπερβολικά από την κρίση πανδημίας (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) να διεκδικήσει την παράταση της αναστολής των Κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και το 2022. Ταυτόχρονα να εργαστεί από τώρα για την προετοιμασία θέσεων σε ότι αφορά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων στην ΕΕ. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη χώρα. Αν μετά το 2022 οι χώρες κληθούν να στοχεύσουν στη σταδιακή μείωση του χρέους προς το 60% του ΑΕΠ τότε στην πράξη η Ελλάδα θα χάσει και τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική πολιτική για την σταθεροποίηση της οικονομίας από μια διαταραχή που θα αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα.

Η διόγκωση του χρέους σε πολλές χώρες οδήγησε στην πρόταση να παρακρατήσει η ΕΚΤ οριστικά τα ομόλογα που έχει αγοράσει. Πρόταση που απέρριψε η Πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Λαγκάρντ σε απάντηση της στο Ευρωκοινοβούλιο καθώς όπως είπε παραβιάζει την απαγόρευση χρηματοδότησης των ελλειμάτων των χωρών. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του χρέους έχει διατυπωθεί η άποψη να αγοράσει ο ΕΜΣ τα ομόλογα που έχει η ΕΚΤ. Πρόταση που δεν προσκρούει σε κάποιο νομικό εμπόδιο και διευκολύνει τις χώρες για τα επόμενα χρόνια στη διαχείριση του χρέους.

Σε ότι αφορά την διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων και του χρέους απαιτείται από την κυβέρνηση ένας προσεκτικός σχεδιασμός ώστε οι αγορές να γνωρίζουν ότι η Ελλάδα έχει ένα αποτελεσματικό μαξιλάρι ασφαλείας για τις ανάγκες της. Ο δε υπουργός των Οικονομικών θα πρέπει να καταθέτει από εδώ και στο εξής το ΜΠΔΣ ως οφείλει εκ του νόμου 3871/2010 -η υποχρέωση αυτή δεν εκπληρώθηκε το 2019 ούτε και το 2020- ώστε οι αγορές να γνωρίζουν ποιος είναι ο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός της κυβέρνησης για τη δημοσιονομική πολιτική.

Η Ελλάδα για να εισέλθει σε βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει μετά το 2022 να ακολουθήσει μια μετριοπαθή δημοσιονομική πολιτική με χαμηλά μεν αλλά πρωτογενή πλεονάσματα. Με αυτά σταδιακά θα αρχίσει να μειώνεται ο λόγος του δημόσιου χρέους κυρίως μέσω της ενίσχυσης του ΑΕΠ. Στις νέες δημοσιονομικές συνθήκες ο ρόλος της αξιολόγησης των δαπανών θα έρθει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης καθώς θα τεθεί το ζήτημα ποιες δαπάνες θα πρέπει να ενισχυθούν πχ υγεία, παιδεία, κοινωνική πολιτική, άμυνα. Αλλά και ποιες σε άλλους τομείς θα πρέπει να συγκρατηθούν ή να εξορθολογιστούν με κριτήριο την αποτελεσματικότητά τους.

Ανάλογη επαναξιολόγηση πρέπει να γίνει και στη φορολογική πολιτική. Τα τελευταία χρόνια το βάρος της φορολογίας έπεσε στο εισόδημα από τη μισθωτή εργασία και ελαφρύνθηκε η φορολογία εισοδήματος από το κεφάλαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ελαφρύνσεις στο εισόδημα από το κεφάλαιο που προωθεί η κυβέρνηση της ΝΔ στο 2021. Μία πρόταση για να ανατραπεί αυτή η ανισορροπία είναι η καθιέρωση του φόρου πλούτου. Έτσι, θα μετριαστούν οι ανισότητες πλούτου και εισοδήματος στην Ελλάδα, θα αντιμετωπιστεί μερικώς η απώλεια εσόδων από την αναγκαία μείωση της φορολογίας στο εισόδημα από την εργασία και την αναδιάρθρωση έμμεσης και άμεσης φορολογίας. Με αυτές τις αλλαγές θα διασφαλιστούν οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη που θα βελτιώσει το μέσο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων και θα συνεισφέρει στη μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων.

  1. Το ΕΤΑΑ για ΕΕ

Εργαλείο εμβάθυνσης / ολοκλήρωσης

  • Πρώτη φορά ανάληψη χρέους
  • Κρίσιμη η ταχύτητα εκταμίευσης πόρων
  • Μονιμοποίηση εργαλείων παρέμβασης σε ένα μηχανισμό αντιμετώπισης διαταραχών
  • Συνέχεια β΄ φάσης (Πρόσφατες αναφορές Λαγκάρντ)
  • Μείωση δημόσιου χρέους: Μέσω QE και διακράτησης ομολόγων

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΝΕΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΧΡΕΟΥΣ:

  2020 2021
ΕΛΛΑΣ 207% 203%
Βέλγιο 117% 118%
Γαλλία 116% 118%
Ισπανία 121% 122%
Πορτογαλία 135% 130%
Ιταλία 160% 160%
Κύπρος 113% 110%

ΕΠΤΑ χώρες της Ευρωζώνης το 2021 θα έχουν χρέος πλησίον ή άνω του επιπέδου του Ελληνικού χρέους όταν ξέσπασε η κρίση το 2009

(127% του ΑΕΠ).

  • Για την Ελλάδα:  Το βασικό εργαλείο ανάκαμψης και ανόρθωσης

Απαιτούμενες μακρο-οικονομικές συνθήκες στην ΕΕ

Α) Εγκατάλειψη υψηλών πρωτογενών έως το 2030.

  • Στόχος πρωτογενών  1% ΑΕΠ.

Β) Μη-συνυπολογισμός των δανείων €12,5 δις στο δημόσιο χρέος, όταν επιχορηγούνται ιδιωτικές επενδύσεις.

  •  Να υπαχθούν στην ΕΙΒ, όπως το Πακέτο Juncker.

Γ) Συντονισμός επανεκκίνησης/στήριξης σε κρίσιμους τομείς. Όπως:

  • Υγειονομική Άμυνα
  • Τουρισμός
  • Αεροπορικές εταιρείες
  • ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ :

Η Έκθεση Πισσαρίδη είναι εκτενής και χρήσιμη, αλλά διαπιστωτική.

Χρήσιμη ως εγκυκλοπαίδεια ανάπτυξης,

όχι ως Οδικός Χάρτης Μετάβασης.

Το πλαίσιο ΕΤΑΑ δεν έχει βάθος, στόχους και σχέδιο !

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Πράσινη και Ψηφιακή μετάβαση (NGEU):

Στα Μηχανήματα και τεχνολογίες ΑΠΕ και ψηφιοποίησης, η Ελλάδα εμφανίζεται ως χρήστης και καταναλωτής, όχι ως παραγωγός!

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ

Αύξηση Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας & Απασχόλησης

Καθετοποίησης παραγωγής με:

  • Οργάνωση / στήριξη νέων μονάδων
  • Εξαγωγές / Υποκατάσταση Εισαγωγών
  • Τοπικές Προδιαγραφές εφαρμογών

ΩΡΙΜΟΙ ΤΟΜΕΙΣ :

– Μηχανήματα ΑΠΕ

Ανεμογεννήτριες

Φωτοβολταϊκά

Αφαλατώσεις

  • Συστήματα ηλεκτροκίνησης αυτοκινήτων με προσαρμογή συμβατικών  ίδρυση νέων μονάδων και μΜΕ
  • Αγροτοδιατροφικά Πάρκα Εξαγωγών

ΑΛΛΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Ολοκληρωμένοι στόχοι: Π.χ. Δίκτυα συγκοινωνιών (ΟΣΕ)

Αμυντική Βιομηχανία/Παραγωγή

Ενιαία/Ολοκληρωμένη ανάπτυξη τομέα Υγείας/Περίθαλψης/Φαρμακοβιομηχανίας

Αντασφάλιση επιχειρήσεων έναντι κινδύνων

ΠΡΟΤΑΣΗ:  Το ΚΙΝΑΛ να οργανώσει θεματικές πρωτοβουλίες ανά άξονα πολιτικής και στόχους.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Αποχαιρετούμε τον αγαπημένο σύντροφο Τάσο ΠαπαδόπουλοΣτήριξη στην Aegean: Συμμετοχή των ιδιοκτητών στο πρόγραμμα σωτηρίας, διασφάλιση Δημοσίου και εργαζομένων