Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Μετά την επιτυχία του Κινήματος Αλλαγής να γίνει δεκτή η πρότασή του και να συμπεριληφθεί η πρόβλεψη της εκπροσώπησης των αποδήμων, με τουλάχιστον τρεις εκπροσώπους τους στο ψηφοδέλτιο επικρατείας και ενός  από αυτούς στις τρεις πρώτες θέσεις του ψηφοδελτίου,  η ειδική αγορήτρια, βουλευτής  ν. Λάρισας, Ευαγγελία Λιακούλη, επέμενε μέχρι την τελευταία στιγμή, από το βήμα της Ολομέλειας να συμπληρωθεί το νομοσχέδιο με επιπλέον πρόβλεψη για την επιστολική ψήφο, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί πάγια θέση του Κινήματος από το μακρινό ακόμη 2001 και την τότε Συνταγματική Αναθεώρηση.

«Είναι ένα νομοσχέδιο άτολμο και φοβικό, ένα νομοσχέδιο στο οποίο «η ‘’κομματική ζυγαριά ακριβείας’’ πήρε πάλι φωτιά. Ένα νομοσχέδιο όπου οι προσθέσεις, οι αφαιρέσεις, οι πολλαπλασιασμοί και οι διαιρέσεις έγιναν πραγματική σπαζοκεφαλιά, κυρίως, για τις αυτοαποκαλούμενες προοδευτικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, καθορίζοντας την στάση τους, που τελικά τους οδήγησε σε μια πολιτική νεύρωση, σε αυτοαπομόνωση, αλλά  και σε απανωτές κυβιστήσεις», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά, φωτογραφίζοντας το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η Λαρισαία πολιτικός θύμισε πως το Κίνημα Αλλαγής εξαρχής επέμεινε σε βασικές αρχές, προκειμένου ο νέος νόμος να έχει πολιτική χρησιμότητα, όταν άλλα κόμματα εθελοτυφλούσαν: «Είπαμε και απαιτήσαμε, ότι η ψήφος των αποδήμων θα πρέπει να  προσμετράται στο συνολικό εθνικό εκλογικό αποτέλεσμα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι δεν πρέπει να περιλαμβάνεται η ψήφος τους στο εθνικό αποτέλεσμα». 

Γιατί όπως τόνισε η Ευαγγελία Λιακούλη σκοπός του νομοσχεδίου δεν είναι άλλος από την επίτευξη της οργανικής πολιτικής επανασύνδεσης του οικουμενικού ελληνισμού με τον εγχώριο ελληνισμό, που δεν θα διαχωρίζει το εκλογικό σώμα σε δύο κατηγορίες: «Κατηγορία Α’ – ψηφοφόροι εσωτερικού, και κατηγορία Β’ – απόδημοι Έλληνες», συμπληρώνοντας πως αυτή προσπάθεια «δεν θα έπρεπε να έχει τίποτα να κάνει με «κόφτες», μίζερους γραφειοκρατικούς περιορισμούς, μάχες μπρος-πίσω, μάχες «είπα-ξείπα» και όλους εκείνους τους μίζερους τακτικισμούς, στους οποίους μεγάλη μερίδα του ντόπιου πολιτικού συστήματος έχει εθιστεί, προκειμένου να διατηρεί απρόσκοπτα και δίχως εξωτερικό αντίλογο τα προνόμιά του».

Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, πως η συμβολή του Κινήματος Αλλαγής μέσω της Ειδικής του Αγορήτριας, ήταν καθοριστική ακόμη και σε ένα τόσο περιορισμένο νομοθέτημα, από την στιγμή που απέτρεψε με πρότασή του, την απροθυμία όλων, που ναι μεν συμφώνησαν να δοθεί στους Απόδημους το δικαίωμα του «εκλέγειν», αλλά όχι του «εκλέγεσθαι», διασφαλίζοντας τη  συμμετοχή τους.

«Θα κριθεί ποιος αρέσκεται να κρύβεται πίσω από «πολιτικούς φερετζέδες», ποιος πολιτεύεται με καθαρό μέτωπο, ακόμη και σε αυτή την κουτσουρεμένη – σχεδόν φοβική – νομοθετική πρωτοβουλία, μια πρωτοβουλία που εμείς προφανώς στηρίζουμε, γνωρίζοντας ωστόσο πως δεν είναι αρκετή» κατέληξε η Λαρισαία βουλευτής χαρακτηριστικά.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης:

ΕΥΓΓΕΛΙΑ ΛΙΑΚΟΥΛΗ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, οι τελευταίες ημέρες είναι η κορύφωση της συζήτησης των τελευταίων μηνών, μετά τη συλλογική προσπάθεια να επιχειρήσουμε για άλλη μια φορά ως πολιτικό σύστημα, ως πολιτικά κόμματα, ως πολιτικά πρόσωπα με τον ρόλο του υπεύθυνου νομοθέτη, να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να επιλύσουμε το θέμα της ψήφου του απόδημου Ελληνισμού, στο πλαίσιο και μόνο του εθνικού καθήκοντος.

Οι τελευταίοι μήνες είναι η συνέχεια των τελευταίων χρόνων που το πολιτικό μας σύστημα φοβικό και άτολμο, αλυσοδέθηκε στο κατάρτι της λησμονιάς, για να μην υποκύψει στις σειρήνες που έβλεπε και ένιωθε ότι του έδειχναν τον δρόμο – στην πραγματικότητα μονόδρομο – αποκατάστασης μιας μεγάλης πολιτικής αδικίας, τόσο κατά το δίκαιο, όσο και κατά την ηθική. 

Για πολλά χρόνια αντιστάθηκε το πολιτικό σύστημα και ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει τον απαιτούμενο αριθμό των διακοσίων βουλευτών, που θα έδινε νομοθετική διέξοδο στο ζήτημα. Μόλις το θέμα της ψήφου των αποδήμων ήρθε ξανά στο προσκήνιο, η κομματική ζυγαριά ακριβείας πήρε πάλι φωτιά. Προσθέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις έγιναν η πραγματική σπαζοκεφαλιά κυρίως των αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών του πολιτικού συστήματος, μια στάση που τους οδήγησε τελικά σε μια πολιτική νεύρωση, σε αυτοαπομόνωση και σε απανωτές κυβιστήσεις.

Πόσοι πολλοί είναι οι απόδημοι; Πόσοι θα ψηφίσουν; Ποια παράταξη θα επιλέξουν; Θα αλλοιώσουν αλήθεια το εκλογικό αποτέλεσμα με επίπτωση για εμάς; Μήπως όσο λιγότεροι, τόσο καλύτερα και ασφαλέστερα; Αυτά είναι τα ερωτήματα που κυριάρχησαν στην πολιτική σκέψη, αυτά είναι τα επιχειρήματα που εκφράστηκαν στον πολιτικό λόγο, αυτά είναι τα επιχειρήματα, που πραγματικά διαμόρφωσαν τις τελικές θέσεις των κομμάτων. 

Κάπως έτσι, έληξε άδοξα το πολύχρονο κρυφτούλι πίσω από τα «δήθεν» και τα «αλλά», που δυστυχώς όμως, πολλά απ’ αυτά περιέχονται στο άτολμο νομοθέτημα που σήμερα συζητάμε.

Αλλά τουλάχιστον τα «δήθεν» και τα «αλλά» ξεσκέπασαν αληθινές προθέσεις και μαρτύρησαν την κρυψώνα όλων. Πλέον κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τον άλλον, ούτε πίσω από έωλες δικαιολογίες, από τσιτάτα, συνθήματα ή από σενάρια κινδυνολογίας και υπονόμευσης δήθεν του εκλογικού συστήματος, του εθνικού εκλογικού αποτελέσματος – φθάσαμε να λέμε μέχρι και της συνοχής του έθνους..! 

Θυμίζω – για την αποκατάσταση της αλήθειας και μόνο – στον κ. Κατρούγκαλο ότι στις 5-7-2016,  παρενέβη η Ανεξάρτητη Αρχή της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Ήσασταν τότε Κυβέρνηση, φέρνατε τον εκλογικό σας νόμο και η ΕΕΔΑ παρενέβη, ζητώντας να συμπεριλάβετε και το εκλογικό δικαίωμα του απόδημου Ελληνισμού – κάτι που βέβαια ποτέ δεν συνέβη.

Σας ενδιέφερε μόνο η απλή αναλογική και τίποτε άλλο. Αυτή λοιπόν ήταν η δική σας μονταζιέρα. Έτσι σήμερα δεν μπορείτε να κουνάτε το δάκτυλο σε εμάς, τουλάχιστον γι’ αυτό το θέμα. 

Ο πολιτικός χρόνος που διανύουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερος, αλλά είναι συγκλονιστικά πυκνός.

Μια περίοδος με καταιγισμό γεγονότων καθημερινά, με μεγάλα εθνικά ζητήματα να βρίσκονται στο προσκήνιο, με τον λαό μας να περιμένει λύσεις στα μικρά και τα μεγάλα της καθημερινής ζωής. Είμαστε εμείς και είναι και ο κόσμος γύρω μας που συνεχώς αλλάζει. Όσο και αν οι αλλαγές τρομάζουν, όμως, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, αν δεν γίνουμε μέρος αυτών. 

Προερχόμαστε από μια απονευρωμένη, μια κουτσουρεμένη συνταγματική αναθεώρηση, μια αναθεώρηση η οποία εξαγγέλθηκε το 2016 πανηγυρικά από την Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ – ακατανόητα κατά την άποψή μου. «Μια πανηγυρική αναθεώρηση», είπαν. Άστοχα στη συνέχεια, στην τωρινή Βουλή, η Αναθεώρηση επιχειρήθηκε να αξιοποιηθεί επικοινωνιακά από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Για ποιο λόγο όμως; 

Ήταν μια άνευρη, πενιχρή, διαδικαστική, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, κακώς εννοούμενη συναινετική διαδικασία. 

Θα ήταν σχεδόν στο μηδέν, αν δεν τροποποιούνταν το άρθρ. 54 του Συντάγματος. Και είναι πραγματικά ίσως μια από τις στιγμές που μπορούμε να νιώθουμε περηφάνια, για κάτι που καταφέραμε συλλογικά να πραγματώσουμε, μετά το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, το οποίο έγινε με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001 και φέρει βεβαίως σφραγίδα Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. 

Σε σχέση με το άρθρ. 54 του Συντάγματος, τα κόμματα κάναμε τις αναγκαίες αμοιβαίες υποχωρήσεις. Όλοι το ίδιο; Όχι. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, και άλλοι πολύ πολύ λιγότερο. 

Ας μου επιτραπεί να πω απ’ αυτό το Βήμα ότι είμαστε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η παράταξη που νιώθω ότι κάναμε από τα περισσότερα. 

Και δεν αναφέρομαι μόνο στα όσα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια με τις διακομματικές επιτροπές – υποτίθεται – συνεννόησης. Ούτε αναφέρομαι πιο πίσω ακόμη, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με τη Συνταγματική Αναθεώρηση και την πρόβλεψη του συνταγματικού νομοθέτη για ακόμη και επιστολική ψήφο. Τότε! Προσέξτε! Δεκαοκτώ χρόνια πριν, που ήταν πρόταση, όπως είπα και προηγουμένως ,του ΠΑΣΟΚ. 

Πηγαίνω ακόμη παλιότερα, στις απαρχές του πρώιμου ΠΑΣΟΚ και τη δημιουργία του ΠΑΚ. Αναφέρομαι στη βαριά ιστορική παρακαταθήκη που κουβαλάμε στις ιδεολογικές αποσκευές μας η οποία διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970, όταν οι τότε «μνηστήρες» της εξουσίας με άρματα μάχης, ΕΑΤ-ΕΣΑ, εξορίες και δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων κρατούσαν με νύχια και με δόντια τις τύχες της Ελλάδας στα βρώμικα χέρια τους. 

Αναφέρομαι τότε που οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές μας ιχνηλατούσαν τις προοπτικές μιας σύγχρονης, δημοκρατικής, κοινωνικά ευαίσθητης Ελλάδας από το εξωτερικό, όταν η χώρα βρισκόταν στις πιο μαύρες ημέρες της πρόσφατης ιστορίας.

Με τα μέλη του ΠΑΚ να δραστηριοποιούνται στη Γερμανία, την Ιταλία, τη Σουηδία, το Βέλγιο, την Αγγλία, τον Καναδά και όπου αλλού έβρισκαν πρόσφορο έδαφος. Διότι ήταν αδήριτη ανάγκη οι τότε συσχετισμοί εξουσίας στην πρωταρχική κοιτίδα, την Ελλάδα, να αλλάξουν δραστικά. Η οικουμένη, λοιπόν, έγινε από τότε το σπίτι μας. Η οικουμένη έγινε το σπίτι μιας δράκας ανθρώπων που διαπνέονταν από υψηλά ιδεώδη από τη στιγμή που το πραγματικό τους σπίτι ήταν κατειλημμένο.

Δεν είναι, λοιπόν, λόγοι μικροπολιτικής που ορίζουν τη στάση του Κινήματός μας στη διευκόλυνση της ψήφου των αποδήμων. Είναι λόγοι ιστορίας, είναι λόγοι πολιτικού DNA που ορίζουν τη στάση μας στα όσα λέμε και όσα κάνουμε, προκειμένου να πετύχουμε τον σκοπό μας.

Έναν σκοπό, που δεν είναι άλλος από την επίτευξη μιας απολύτως οργανικής πολιτικής επανασύνδεσης του οικουμενικού ελληνισμού με τον εγχώριο ελληνισμό. Μιας οργανικής πολιτικής επανασύνδεσης που δεν έχει τίποτα να κάνει με «κόφτες», μίζερους γραφειοκρατικούς περιορισμούς, μάχες μπρος-πίσω, μάχες «είπα-ξείπα» και όλους εκείνους τους μίζερους τακτικισμούς, στους οποίους μεγάλη μερίδα του ντόπιου πολιτικού συστήματος έχει εθιστεί, προκειμένου να διατηρεί απρόσκοπτα και δίχως εξωτερικό αντίλογο τα προνόμιά του.

Με αυτές τις απόψεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στο όνομα της συναίνεσης, στο όνομα της επίτευξης του κοινού σκοπού, ξεπεράσαμε τις όποιες επιμέρους διαφωνίες και συμφωνήσαμε, έστω και στοιχειωδώς, έστω και στο minimum, στο αυτονόητο. Να θεσμοθετήσουμε περαιτέρω σε συνταγματικό επίπεδο την ψήφο των εκτός επικρατείας Ελλήνων, να δώσουμε φωνή και εκπροσώπηση στους συμπατριώτες του εξωτερικού, στους επιστήμονες του πρόσφατου brain-drain, στις κοινότητες των Ελλήνων σε κάθε γωνιά της γης.

Να δώσουμε φωνή και εκπροσώπηση στους Έλληνες και Ελληνίδες, που μαζικά έφυγαν από τη χώρα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και που σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ έφτασαν στις 699.118 άτομα, μόνο μέχρι το 2015.

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως ούτε πάλι σήμερα πρωτοπορούμε. Όχι σε σχέση με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά σε σχέση ακόμη και με την πρώιμη ιστορία του ελληνικού κράτους. Θυμίζω πως ακόμη και στις εκλογές του 1862 ψήφισαν για την ανάδειξη των μελών της Β΄ Εθνοσυνέλευσης και Έλληνες εκτός επικρατείας. Ας κάνουμε την αριθμητική, λοιπόν, για να κάνουμε την αναγκαία πολιτική σύγκριση: ενάμισης αιώνας..!

Σήμερα πάλι, σε ένα εκτελεστικό του Συντάγματος νομοσχέδιο, ένα νομοσχέδιο που θα έπρεπε να αποτελεί τομή στη σύσφιξη των σχέσεων της Ελλάδας με τους ανθρώπους στο εξωτερικό, αποφεύγουμε να γίνουμε ρηξικέλευθοι.

Αποφεύγουμε να αντικρίσουμε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα στα μάτια, αποφεύγουμε να συγχρονιστούμε με τις ψηφιακές πραγματικότητες της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Τι κάνουμε, λοιπόν; Κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα ως πολιτικό σύστημα. Γινόμαστε για άλλη μία φορά όμηροι των πολιτικών τακτικισμών, έρμαια των «ναι μεν, αλλά», των αστερίσκων, των υποσημειώσεων, των συνεχών ενστάσεων μας επί της διαδικασίας.

Γιατί; Μα για να χάσουμε τελικά την ουσία, πάντα συγκεκαλυμένοι πίσω από υψηλή θεωρία, πίσω από υποτιθέμενα θέσφατους οικονομισμούς και ένα ψευδεπίγραφο άγχος για τη λειτουργία της Δημοκρατίας μας, για τη νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας. Ξεχνώντας βέβαια ότι το πραγματικό πολιτικό επίδικο για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και τη λαϊκή ετυμηγορία είναι η ίδια, η ουσιαστικότερη, η πληρέστερη και χωρίς περιορισμούς έκφραση όλων των Ελλήνων, εντός και εκτός Επικρατείας.

Θεσμοθετούμε, λοιπόν, σήμερα μια καφκική γραφειοκρατική διαδικασία για την απόκτηση δικαιώματος ψήφου – δικαίωμα και όχι παραχώρηση – που είναι βέβαιο πως θα απογοητεύσει και θα αποθαρρύνει πολλούς απόδημους, από το να καταθέσουν τη σχετική αίτηση.

Χαρακτηριστικό σημείο του νομοσχεδίου είναι οι περιβόητοι «κόφτες». Οι ίδιοι οι απόδημοι ήρθαν και τους απαρίθμησαν έναν προς έναν: Μέχρι 35 χρόνια απουσίας, υποχρεωτικό ΑΦΜ, μαζί με διαπιστωμένη παρουσία επί διετία στη χώρα, προκειμένου να αποκτήσουν το δικαίωμα οι απόδημοι Έλληνες, να εγγραφούν στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του εξωτερικού.

Από την αρχή της σχετικής συζήτησης στο Κίνημα Αλλαγής ήμασταν ξεκάθαροι και με καθαρό βλέμμα. Είπαμε ότι είναι απαραίτητο ΤΩΡΑ και ΣΗΜΕΡΑ να ενεργοποιηθεί η νέα συνταγματική διάταξη και να ψηφιστεί ο νόμος, που θα καθιστά δυνατή τη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές των Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού.

Είπαμε ότι δικαίωμα ψήφου πρέπει να έχουν ΟΛΟΙ οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους και στα δημοτολόγια, με επικαιροποίηση μόνο της εγγραφής τους, με σχετική δήλωση προς τα κατά τόπους προξενεία και τις πρεσβείες της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Είπαμε και επιμένουμε, σήμερα, ξανά, γιατί μπορούμε να το ξανασκεφτούμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και να το αποφασίσουμε όλοι μαζί μέχρι την ώρα της τελικής ψηφοφορίας.

Να συμφωνήσουμε πως θέλουμε η συμμετοχή των Αποδήμων να εκφράζεται με επιστολική ψήφο, με διαδικασίες, προφανώς, που θα διασφαλίζουν πλήρως την εγκυρότητά της. Διότι είναι πραγματικά κρίμα για άλλη μία φορά να μην επιτελούμε τα όσα όρισε ο συνταγματικός νομοθέτης από το 2001, ο οποίος αναφέρθηκε ρητά τότε για πρώτη φορά στη δυνατότητα επιστολικής ψήφου.

Είπαμε και απαιτήσαμε, στον βαθμό που μπορούμε, ότι η ψήφος των αποδήμων θα πρέπει να  προσμετράται στο συνολικό εθνικό εκλογικό αποτέλεσμα. Αναρωτιέται κανείς όταν τα ακούει αυτά: «μα θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς»; Βεβαίως. Δημιουργήθηκε μείζον πολιτικό ζήτημα, το μεγαλύτερο κατά την άποψή μας, το οποίο κληθήκαμε με ειλικρίνεια και ανυπόκριτα να επιλύσουμε στις Επιτροπές πριν την Ολομέλεια.

Η δική μας πρόταση ήταν η πραγματική εκπροσώπηση των αποδήμων, να εξασφαλίζεται με τη δημιουργία ενιαίας περιφέρειας Ελλήνων κατοίκων εξωτερικού, που θα εκλέγει πέντε με επτά Βουλευτές, μέσω των ειδικών ψηφοδελτίων των κομμάτων. Πρότασή μας ήταν, επίσης, οι έδρες που θα καταλαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο, να αφαιρούνται από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας και από τις λοιπές εκλογικές περιφέρειες, διασφαλίζοντας παράλληλα όλες τις αναγκαίες νομοτεχνικές βελτιώσεις, για τις οποίες μίλαγε παλαιότερα και ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Για την απογραφή, λοιπόν, μίλαγε ο Ευάγγελος Βενιζέλος και όχι για την ουσία, όπως ο κ. Κατρούγκαλος διατείνονταν. 

Υπενθυμίσαμε, λοιπόν, πως όλα αυτά δεν συνιστούν παραχώρηση προς τους απόδημους Έλληνες, αλλά αυτονόητη υποχρέωσή μας απέναντί τους – ένα ξεκάθαρο καθήκον της ελληνικής Πολιτείας.

Ήμασταν και εξακολουθούμε να είμαστε εκείνο το κόμμα, το οποίο με τις προτάσεις του επιδιώκει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των αποδήμων στις βουλευτικές εκλογές και ζητήσαμε από την αρχή διακριτή κατηγορία στη Βουλή, προκειμένου να εκπροσωπηθούν σωστά.

Και εδώ προέκυψε βεβαίως το άλλο μεγάλο θέμα. Όταν η Κυβέρνηση έφερε τον νόμο στη διαβούλευση, αντιδράσαμε άμεσα στο γεγονός ότι δεν προέβλεπε ούτε με μία αράδα, για τη διακριτή εκπροσώπηση των απόδημων. Δεν προέβλεπε ούτε καν το έλασσον, ούτε καν την υποχρεωτικότητα της συμμετοχής τους στα ψηφοδέλτια Επικρατείας. Επαφίονταν η κυβέρνηση της ΝΔ στην ευχέρεια των κομμάτων και στις κατά καιρούς καλές προθέσεις, προκειμένου να εκπροσωπηθούν οι απόδημοι…

Καλέσαμε την Κυβέρνηση, λοιπόν, αλλά και όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου να αναλογιστούμε την τεράστια πολιτική ευθύνη της εθελοτυφλίας μας. Στη διάρκεια του διαλόγου καταθέσαμε την εναλλακτική μας πρόταση, για συμμετοχή τουλάχιστον τριών εκπροσώπων των αποδήμων στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, με υποχρέωση συμμετοχής τουλάχιστον του ενός από αυτούς, στις τρεις πρώτες θέσεις του ψηφοδελτίου.

Μάλλον όχι σκόπιμα, νομίζω με παράλειψη, ο κ. Κατρούγκαλος δεν αναφέρθηκε στο ποιος έφερε την πρόταση αυτή και ποιος την υιοθέτησε. Την υιοθέτησε ο κ. Υπουργός. Την έφερε, όμως, την πρόταση αυτή το Κίνημα Αλλαγής και χαιρετίζουμε την αποδοχή της από πλευράς της κυβέρνησης.

Αυτονόητα και αντανακλαστικά, εξαρχής ταχθήκαμε απέναντι στον δυναμιτισμό της διαδικασίας από την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Ένα, διόλου τυχαίο, μείζον πολιτικό και θεσμικό σφάλμα, από την στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε το μη συνυπολογισμό της ψήφου των Ελλήνων κατοίκων εξωτερικού, στο εθνικό αποτέλεσμα των εκλογών.

Προκύπτει ένα ζήτημα ερμηνείας αυτής της στάσης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Για ποιον λόγο, λοιπόν, δεν ήθελε να αναγνωρίσει την ισοτιμία της ψήφου και να δημιουργήσει δύο κατηγορίες ψηφοφόρων: Κατηγορία Α – ψηφοφόροι εσωτερικού, και κατηγορία Β – απόδημοι Έλληνες; Κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται όλες τις αποφάσεις και εκθέσεις των διεθνών οργανισμών και των Ανεξάρτητων Αρχών!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όλοι έχουμε βγάλει τα συμπεράσματά μας. Τις τελευταίες ημέρες ακούστηκαν πολλά. Άλλα περισσότερα και άλλα λιγότερο σπουδαία, άλλα κοινότοπα και προβλέψιμα, άλλα ενδιαφέροντα και πρωτότυπα. 

Εμείς θα πούμε πως όλα ήταν χρήσιμα. Όταν προσέρχεσαι σε ανοιχτό δημόσιο διάλογο, ακόμη και τα αναμενόμενα, ακόμη και τα κοινότοπα, είναι χρήσιμα. Κάποια όμως από αυτά που ακούστηκαν ήταν πραγματικά αξιομνημόνευτα και κάποια άλλα συγκλονιστικά.

Αυτά που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι ακούστηκε πως οι απόδημοι ενδιαφέρονται λιγότερο για την πατρίδα, ότι έχουν αποκοπεί από αυτήν, ότι είναι λιγότερο γνωστές της καθημερινότητας, και μάλιστα έφτασαν ορισμένοι να λένε: «ότι οι απόδημοι δυσκολεύονται να μάθουν τα προεκλογικά μας προγράμματα» (!).

Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα, κατά την άποψή μας, δεν ευσταθεί. Ο μεγάλος αριθμός, αυτών που διευκολύνονται με το παρόν νομοσχέδιο, αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα λόγω της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Άρα και γνώση και επιθυμία να συμμετέχουν έχουν. Η συνάρτηση της ψήφου και των πολιτικών συνεπειών είναι ορατή σε όλους. Και θέλουν να πάρουν την ευθύνη που εμείς αρνούμαστε να τους δώσουμε, θεωρώντας τάχα πως οι απόδημοι, αυτομάτως μόλις περνούν τα σύνορά μας, μετατρέπονται σε ένα είδος «πολιτικού ανηλίκου».

Η μιζέρια, όμως, των όσων επιμένουν σε αυτά τα επιχειρήματα θυμίζουν τους παλιούς κοτζαμπάσηδες, που πάντοτε ό,τι καινούργιο ερχόταν, το πολεμούσαν λυσσαλέα μέχρι το τέλος.

Εμείς αυτόν τον δρόμο δεν θα τον ακολουθήσουμε.

Εκτός, όμως, από τα αξιομνημόνευτα – και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε – υπάρχουν και κάποια συγκλονιστικά που ειπώθηκαν.

Και αναφέρομαι στην στάση και τη θέση των αποδήμων αυτοπροσώπως σε εμάς.

Εμάς, που ακούσαμε κατά τις τρεις μέρες της Επιτροπής, αυτούς τους ανθρώπους να μιλούν, όχι με σπαστά ελληνικά, αλλά με πολύ καλά ελληνικά, για το Έθνος και την πατρίδα, να μιλούν για το πώς αυτοί συναισθάνονται τους θεσμούς και να απευθύνονται σε εμάς, ρωτώντας μας «για ποιον λόγο δεν μας διευκολύνετε, για ποιο λόγο δεν μας δίνετε το δικαίωμα της επιστολικής ψήφου, προκειμένου να συμμετέχουμε όλοι;». Και εκεί, τα στόματα των παρατάξεων που αντιτίθενται σε αυτήν τη διευκόλυνση, έμειναν ερμητικά κλειστά…

Συγκλονιστική ήταν η παρουσία των αποδήμων που ήρθαν αυτοπροσώπως, όπως συγκλονιστική ήταν και μια συγκεκριμένη επιστολή των αποδήμων. Διότι τι να πει, για παράδειγμα, το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όταν στις 5-7-2019, δύο μέρες πριν τις εθνικές εκλογές, οι απόδημοι όλου του κόσμου έστελναν επιστολή στον πρώην Πρωθυπουργό κ. Τσίπρα και του έλεγαν ότι «ήταν στο χέρι σας να δώσετε δικαίωμα ψήφου για όλους τους Έλληνες του εξωτερικού από τον τόπο διαμονής τους, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς παραθυράκια»;. Αυτό ήταν πραγματικά δίκαιο κυρίες και κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και εσείς δεν το κάνατε πράξη.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κλείνοντας, θέλω να πω κάτι σημαντικό. Το παρόν νομοσχέδιο αποτελεί έναν καταλύτη, προκειμένου να γίνει ευρύτερα γνωστό το τι πρεσβεύει ο καθένας από εμάς και πως το πρεσβεύει αυτό. Εδώ στην Ολομέλεια κρινόμαστε όλοι, οι πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα, τα πρόσωπα. Θα κριθεί η τόλμη και ατολμία, θα κριθεί η άποψη που έχουμε για τους πολίτες της χώρας, καθαρά και ξάστερα, πολίτες που είτε διαβιούν εντός, είτε εκτός συνόρων. Θα κριθεί ποιος αρέσκεται να κρύβεται πίσω από «πολιτικούς φερετζέδες», ποιος πολιτεύεται με καθαρό μέτωπο, ακόμη και σε αυτή την κουτσουρεμένη – σχεδόν φοβική – νομοθετική πρωτοβουλία, μια πρωτοβουλία που εμείς προφανώς στηρίζουμε, γνωρίζοντας ωστόσο πως δεν είναι αρκετή.

Η δική μας άποψη είναι πως οι απόδημοι ανέκαθεν ήταν κυρίως ευεργέτες κι όχι μόνο επενδυτές. Η διευκόλυνση της ψήφου στους εκτός επικρατείας Έλληνες είναι ένα κρίσιμο εργαλείο για την επαναφορά της Ελλάδας στην ορθή πορεία. Γι’ αυτό οφείλουμε, ως πολιτικό σύστημα, να δώσουμε το δικαίωμα αυτό στους αποδήμους.

Σήμερα ζούμε μια ιστορική μέρα, όσο και αν τα εμπορικά θέματα της επικαιρότητας βλέπω ότι την καταπίνουν. 

Σήμερα μπορούμε να προσφέρουμε «νόστιμον ήμαρ» σε όλους τους απανταχού απόδημους Έλληνες πατριώτες. 

Σήμερα μπορούν να αντικρίσουν  «καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης». 

Και γιατί σήμερα;

Διότι σήμερα συνηγορεί το ιστορικό σύμπαν, κυρίες και κύριοι Βουλευτές… Γιατί, σαν σήμερα, στις 11 Δεκέμβρη του 1963, ο μεγάλος Γιώργος Σεφέρης, κατά την απονομή του Νόμπελ στο πρόσωπό του έλεγε: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή, ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Χαρακτηριστικό της παράδοσης η αγάπη για την ανθρωπιά, κανόνας η δικαιοσύνη. Σε αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον Αννθρωπο όπου και αν βρίσκεται, γιατί η λέξη ‘‘Άνθρωπος’’ είναι αυτή που κατέστρεψε τα τέρατα. Και έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε, λοιπόν, την απόκριση του Οιδίποδα».

Ευχαριστώ.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.