Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

«Ο μεταρρυθμισμός της ΝΔ είναι ένα ασύμβατο μόσχευμα σε μη δεκτικό σώμα. Το σώμα το απορρίπτει»

«Η χώρα, το πολιτικό σύστημα και εν τέλει οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χάνουν μια ιστορική ευκαιρία για καίριες τομές στον καταστατικό χάρτη της χώρας, την ψυχή του πολιτεύματός μας, τη βάση όλης της υπόλοιπης νομοθεσίας – το Σύνταγμα», είπε από το βήμα της Ολομέλειας η βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής ν. Λάρισας Ευαγγελία Λιακούλη, κατά τη δεύτερη ημέρα της συζήτησης επί των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, επιρρίπτοντας ευθύνες για την εξέλιξη αυτή τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στην ΝΔ.

Η Ευαγγελία Λιακούλη, συνεχίζοντας τόνισε πως μπορεί μεν ο ΣΥΡΙΖΑ να επικαλείται μια ψευδο-προοδευτική ατζέντα, την οποία βέβαια σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν κατάφερε να θίξει, παρότι κυβερνούσε επί 4μιση χρόνια, ωστόσο, είναι ακόμη πολλά αυτά που τον χωρίζουν από τον χώρο της μετριοπαθούς Κεντροαριστεράς.

Επιπλέον, η Λαρισαία βουλευτής τόνισε πως και η ΝΔ απώλεσε την ευκαιρία πέρυσι ως Αξιωματική Αντιπολίτευση να συνεισφέρει θετικά στην διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, απλώς και μόνο επειδή είναι ουσιαστικά ένα συντηρητικό κόμμα, και οποιαδήποτε θεσμική  μετεξέλιξη – όσο εντός αστικού πλαισίου κι αν είναι – τη φοβίζει, παρά το ομολογουμένως μεταρρυθμιστικό προφίλ της νυν ηγεσίας της. 

«Ξέρετε ο Πρόεδρός σας – και Πρωθυπουργός μας τώρα – μου θυμίζει ένα ασύμβατο μόσχευμα σε ένα μη δεκτικό σώμα. Το σώμα αυτό δεν μπορεί να το αντέξει. Το απορρίπτει…», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.

Η Ευαγγελία Λιακούλη αναφέρθηκε και στο άρθρ. 3 του Συντάγματος, για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους:

«Απέναντι στον παλαιάς κοπής και δημαγωγικό αντικληρικαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, απέναντι στη μακάρια στάση της ΝΔ, του «αφήστε τα όλα όπως είναι», το Κίνημα Αλλαγής απάντησε θεσμικά, απάντησε με μετριοπάθεια, απάντησε με πίστη στην ιστορική παρακαταθήκη που συνιστά η Ορθόδοξη Εκκλησία για την πατρίδα μας», ενώ παράλληλα υποστήριξε και έμπρακτα την ανεξιθρησκεία, με δικό του νόμο (Ν. 4301/2014), με τον οποίο οργανώθηκαν οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα και προστατεύτηκε η άσκηση λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών στη χώρα.

Αλλά και σε ό,τι αφορά το δίλλημα μεταξύ του θρησκευτικού ή του πολιτικού όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας και των άλλων πολιτειακών παραγόντων, η Λαρισαία πολιτικός υποστήριξε πως «Επιμένουμε στη σημερινή πρακτική, η οποία και δημοκρατική είναι, και συνθετική. Επιμένουμε ο όρκος να δίδεται διαζευκτικά, είτε θρησκευτικά, είτε πολιτικά. Το όλο ζήτημα της επιλογής μόνο του ενός ή του άλλου, θεωρούμε ότι μόνο περιττή πόλωση θα επιφέρει σε μια κοινωνία – που αν μη τι άλλο – χόρτασε τα τελευταία χρόνια από διχασμούς, πραγματικούς ή και λιγότερο πραγματικούς».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης:

Έλεγα και στην χθεσινή μου τοποθέτηση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι αυτές τις ημέρες η χώρα, το πολιτικό σύστημα και εν τέλει οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χάνουν μια ιστορική ευκαιρία για καίριες τομές στον καταστατικό χάρτη της χώρας, την ψυχή του πολιτεύματός μας, τη βάση όλης της υπόλοιπης νομοθεσίας – το Σύνταγμα – έχει πολιτικό υπεύθυνο και ιθύνοντα νου: τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δευτερευόντως, βέβαια, έχει και  άμεσο συνεργό: τη ΝΔ.

Και τα δύο κόμματα, στη βάση μιας ψευδεπίγραφης πόλωσης, που εξυπηρετούσε την απρόσκοπτη εναλλαγή τους στην εξουσία, μέσα σε ένα κλίμα διαξιφισμών, υστεροβουλίας και τακτικισμού έπραξαν ό,τι μπορούσαν, προκειμένου να αποφύγουν να απαντήσουν – και συνεπώς να μεταφέρουν στο υπέρτατο θεσμικό επίπεδο – τα αγωνιώδη ερωτήματα μιας διαρκώς εξελισσόμενης κοινωνίας, που πολλές φορές  φαίνεται να τους ξεπερνά.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ επικαλούμενος μια ψευδο-προοδευτική ατζέντα, την οποία σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν κατάφερε να θίξει – πόσο μάλλον να υλοποιήσει – παρότι κυβερνούσε επί 4μιση χρόνια.

Και παρότι φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς – θα το πω επί το λαϊκότερο «έχει πολλά ψωμιά να φάει ακόμη»…

Γιατί δεν φτάνει μόνο να θες να πρωταγωνιστήσεις σε έναν άλλον, απολύτως διακριτό πολιτικό χώρο, αυτόν της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας, αλλά θα πρέπει να μπορείς να προσαρμοστείς, έστω και στοιχειωδώς στην ατζέντα του.

Δηλαδή στην ατζέντα μας.

Γιατί ακτιβισμός και βασικές πολιτικές παραδοχές του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος δεν πηγαίνουν μαζί.

Ούτε βέβαια οι αήθεις και αγοραίες συμπεριφορές, ακόμη και εντός του Κοινοβουλίου, μπορούν να συμβαδίσουν με το μέτρο που χαρακτηρίζει το δικό μας χώρο.

Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ απώλεσε την ευκαιρία πέρυσι ως Αξιωματική Αντιπολίτευση να συνεισφέρει θετικά στην διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, απλώς και μόνο επειδή είναι ουσιαστικά ένα συντηρητικό κόμμα, και οποιαδήποτε θεσμική μετεξέλιξη – όσο εντός αστικού πλαισίου κι αν είναι – τη φοβίζει, αν δεν διάκειται εχθρικά απέναντί της.

Και αυτό παρά το ομολογουμένως μεταρρυθμιστικό προφίλ της νυν ηγεσίας της.

Η πολιτική και εκλογική της βάση ήταν και παραμένει σε μεγάλο βαθμό, αυστηρά, συντηρητική.

Ξέρετε ο Πρόεδρός σας – και Πρωθυπουργός μας τώρα – μου θυμίζει ένα ασύμβατο μόσχευμα σε ένα μη δεκτικό σώμα. 

Το σώμα δεν μπορεί να το αντέξει. 

Το απορρίπτει…

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Σε αντίθεση με τα δύο αυτά κόμματα, και στη δέσμη τροποποίησης των συνταγματικών διατάξεων που συζητούμε σήμερα, εμείς το Κίνημα Αλλαγής, για μια ακόμη φορά δεν φοβηθήκαμε να αναλάβουμε ευθύνες μεγαλύτερες από ό,τι μας αναλογούσαν.

Καταθέσαμε με ανοιχτό μυαλό και με διάθεση προσφοράς στη δημόσια συζήτηση προτάσεις, οι οποίες θεωρούμε ότι συμβαδίζουν με τα σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα.

Προτάσεις που μετεξελίσσουν χωρίς να τρομάζουν την κοινωνία, σε μια μετριοπαθώς προοδευτική κατεύθυνση.

Σε σχέση με το άρθρ. 3, για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους, απέναντι στον παλαιάς κοπής και δημαγωγικό αντικληρικαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, από τον οποίο βέβαια αργότερα και ο ίδιος υπαναχώρησε, φοβούμενος το πολιτικό κόστος, 

Απέναντι στη μακάρια στάση της ΝΔ, του «όλα βαίνουν καλώς» και του «αφήστε τα όλα όπως είναι», 

Εμείς απαντήσαμε θεσμικά, απαντήσαμε με μετριοπάθεια, απαντήσαμε με πίστη στην ιστορική παρακαταθήκη που συνιστά η Ορθόδοξη Εκκλησία για την πατρίδα μας.

Με συναίσθηση του ιστορικού μας βάρους, της ιστορικής κληρονομιάς και της ίδιας της ταυτότητάς μας  προτείναμε να προστεθεί στο τέλος του άρθρου 3 ερμηνευτική δήλωση, ως εξής: «Η αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία δεν θέτει σε αμφιβολία τον διακριτό ρόλο Κράτους και Εκκλησίας και δεν αντιτίθεται στο άρθρο 13 παρ.1», με παράλληλη απάλειψη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου.

Γιατί δεν θεωρούμε σε καμία περίπτωση πως θα πρέπει να αλλάξει ο χαρακτηρισμός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας, απλούστατα διότι είναι η επικρατούσα. 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι  η συγκεκριμένη διάκριση έχει πλέον συμβολικό χαρακτήρα, αλλά σίγουρα αφορά και την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

-Προσπαθήσατε να το αμφισβητήσετε και αποτύχατε κυρίες και κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ –

Επιπλέον, θα πρέπει να θυμόμαστε πως η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται στο άρθρ. 13, παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο δεν αναθεωρείται και το οποίο εξειδικεύεται αποκλειστικά από τυπικό νόμο. 

Ο εισηγητής μας, μάλιστα, ο Ανδρέας Λοβέρδος, πριν από 5 χρόνια από την καίρια θέση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων εισηγήθηκε στη Βουλή σχετικό νόμο, το Ν. 4301/2014, με τον οποίο οργανώθηκαν οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα και προστατεύτηκε η άσκηση λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών στη χώρα.

Έτσι εμείς πολιτευόμαστε…

Δεν θέλει λοιπόν, κυρίες και κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ, κόπο – πάρτε μαθήματα – θέλει τρόπο, θέλει αποφασιστικότητα και θέλει κυρίως αποτελεσματικότητα.

Αλίμονο αν ο καταστατικός χάρτης της χώρας γινόταν έρμαιο συνθημάτων κενών περιεχομένου, όπως το ψευδεπίγραφο που μας απασχόλησε επί μακρόν για τον «Διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας», συνθημάτων διαίρεσης της κοινωνίας, κι όχι σύνθεσης των διαφορετικών απόψεων που την απαρτίζουν – και στο τέλος, μια ωραιότατη, σε αργή κίνηση, απολαυστική σε όλες τις λεπτομέρειές της, κυβίστηση…

Προχωράω σε παρεμφερές θέμα, αυτό το θρησκευτικού ή πολιτικού όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας και των άλλων πολιτειακών παραγόντων.

Τα άρθρα δηλαδή 33, παρ. 2, αλλά και 59, παρ. 1 και 2.

Επιμένουμε στη σημερινή πρακτική, η οποία και δημοκρατική είναι, και συνθετική, αλλά ανταποκρίνεται και στην ίδια την αλήθεια.

Επιμένουμε ο όρκος να δίδεται διαζευκτικά, είτε θρησκευτικά, είτε πολιτικά. 

Η επιβολή του πολιτικού και μόνου όρκου όχι μόνο δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αλλά παράλληλα  θεωρούμε ότι μόνο περιττή πόλωση θα επιφέρει σε μια κοινωνία – που αν μη τι άλλο – χόρτασε τα τελευταία χρόνια από διχασμούς, πραγματικούς ή λιγότερο πραγματικούς.

Ας πάψουμε «να ρίχνουμε λάδι στη φωτιά».

Κι εδώ να υπενθυμίσω πως η Νέα Δημοκρατία που ενώ είχε και εκείνη προτείνει το διαζευκτικό όρκο, στη συνέχεια υπαναχώρησε από την αρχική της θέση…

Και αν το έκανε στο όνομα της «ομολογημένης πίστης της», θα ήταν σεβαστό. 

Δυστυχώς όμως, όλα δείχνουν ότι αποτελεί απλώς μια κλασική προσπάθεια ψηφοθηρίας συντηρητικών ψηφοφόρων, τελικά όμως σε βάρος χρηστών πρακτικών, και βεβαίως σε βάρος του ορθολογισμού…

Δυστυχώς, οι αντιφάσεις της δεν κρύβονται με τίποτα…

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη ενότητα των υπό συζήτηση αναθεωρητέων διατάξεων, που αφορούν ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Περνάω απευθείας στο άρθρ. 21, παρ. 1 και στην προσθήκη εδαφίου που συμπληρώνει τη διάταξη ως εξής: «Το κράτος μεριμνά για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος».

Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε παρά θετικοί, σε σχέση με την εν λόγω διατύπωση.

Γιατί το Κίνημά μας είχε από πολύ νωρίς κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της δημόσιας συζήτησης γύρω από το εν λόγω ζήτημα, όπως και στα πρώτα βήματα θεσμοθέτησης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος.

Δικός μας υφυπουργός, ο Βασίλης Κεγκέρογλου,  την περίοδο 2012 – 2014 επεξεργάστηκε και υλοποίησε την πρώτη εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε καθ’ όλη την περίοδο της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης.

Και βέβαια η όλη προσπάθεια βρισκόταν πάντα σε σύμπλευση με τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις για την συγκρότηση ενός αποτελεσματικού και κοινωνικού κράτους δικαίου.

Έφτασε λοιπόν και η χρονική στιγμή της συνταγματικής κατοχύρωσής του.

Το Κοινοβούλιό μας πρέπει να απασχολήσει η νέα πολιτική έννοια και η νέα μορφή που απαιτείται να προσλάβει το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. 

Η  εργασία αλλάζει κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Η διαστρωμάτωση των κοινωνικών τάξεων αλλάζει.

Δεν είναι δυνατό να μην αλλάξουν και βασικά χαρακτηριστικά  του μοντέλου του κοινωνικού κράτους, με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα να αποτελεί εφεξής τη βάση για ένα πλέγμα στοχευμένων και συνδυαστικών άλλων κοινωνικών μέτρων.

Αυτό δεν θα αλλάξει σίγουρα καθοριστικά  τον κόσμο και τη ζωή μας. 

Αλλά θα αλλάξει σίγουρα την κουλτούρα της πολιτικής και της εν γένει νομοθέτησης. 

Σίγουρα όμως, θα ανοίξει νέους δρόμους, ακόμη κι αν τους περπατήσουν οι επόμενοι κι όχι εμείς. 

Ευχαριστώ.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Νάντια Γιαννακοπούλου: 1η Τοποθέτηση επί της Συνταγματικής Αναθεώρησης