Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Η Ελλάδα ψάχνει την νέα ταυτότητά της, μέσα σε μια Ευρώπη κι έναν κόσμο που αλλάζει και προκαλεί, που τρέχει, που  οδηγεί, που επανακαθορίζει, που απειλεί, που προβληματίζει …

Μέσα στις συνθήκες αυτές καλούμαστε να συζητήσουμε τον εκλογικό νόμο που η κυβέρνηση με συνοπτικές διαδικασίες, κατέθεσε προς ψήφιση.

Αποδεικνύεται πολλές φορές από την Ιστορία – τόσο τη μακρινή, όσο και την πιο πρόσφατη – πως τα στερεότυπα, είναι σε μεγάλο βαθμό ανυπόστατα.

Πόσες και πόσες φορές τις τελευταίες δεκαετίες ακούσαμε από πολλές πολιτικές δυνάμεις – κυρίως από τα αριστερά του πολιτικού συστήματος – να ομνύουν στην απλή αναλογική;

Αν πιστεύουμε αλήθεια ότι η Ιστορία διδάσκει και είναι ο «φάρος» του παρόντος και του μέλλοντος, θα σταθούμε μάλλον με περισυλλογή στο ιστορικό γεγονός ότι η Βουλή έφερε στην εξουσία τον Ιωάννη Μεταξά ως πρωθυπουργό τον Απρίλιο του 1936 και μόλις λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, έγινε δικτάτορας, ενώ εκλογές ξανάγιναν μετά από 10 ολόκληρα χρόνια! 

Κι όμως, ο Μεταξάς, είχε εκλεγεί με ανόθευτη, απλή αναλογική! 

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Αυτή που πιστεύει στη με κάθε μέσο και τρόπο πρόκριση της αρχής της μονοκομματικής κυβερνησιμότητας και λέει πως «η χώρα χρειάζεται ισχυρές κυβερνήσεις με σταθερή πλειοψηφία στη Βουλή για να κυβερνηθεί».

Μιας μονοκομματικής κυβερνησιμότητας, ωστόσο, που ακόμη και στην πολύ πρόσφατη ιστορία μας αποδείχθηκε άκρως επιζήμια για τον τόπο – και αναφέρομαι φυσικά στην περίοδο 2004 -2009, όταν οι τότε μονοκομματικές – και το τονίζω μονοκομματικές – κυβερνήσεις Καραμανλή κατάφεραν το ακατόρθωτο:

Να γονατίσουν μια εξωστρεφή, δυναμική και ισχυρή οικονομία – με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4% που ακόμη ονειρευόμαστε – αυτήν που είχαν κληροδοτήσει ως παρακαταθήκη οι 3 διαδοχικές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αρχικά και τον Κώστα Σημίτη στη συνέχεια.

Αν αθροίσουμε όλα τα παραπάνω, αν συνυπολογίσουμε τα «συν και τα πλην»  της κάθε περίπτωσης, με το παρόν εκλογικό νομοσχέδιο, δίνουμε το μεγάλο τίτλο, με φωσφορίζοντα γράμματα:

Ως  πολιτικό σύστημα, είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως.

Το εκλογικό σύστημα υπήρξε παραδοσιακά εκείνος ο μηχανισμός της εξουσίας, που κάθε φορά επιστρατεύονταν, προκειμένου να «διορθώσει», με τον καλύτερο τρόπο για την ίδια την εξουσία, τη βούληση του εκλογικού σώματος.

Για αυτό και μετράμε περίπου είκοσι εκλογικούς νόμους σε λιγότερες από εννέα δεκαετίες – συν τις απειράριθμες κρυφές μεταβολές και «διευθετήσεις», σε άσχετα με την εκλογική νομοθεσία νομοσχέδια. 

Οφείλω εδώ να σημειώσω, για τη δικαιοσύνη και την αλήθεια ότι είμαστε όλοι ίσοι αλλά όχι ίδιοι – ότι την ύστερη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ άλλαξε ρότα και τόλμησε. 

Πρώτα με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 όταν επέβαλε κάθε αλλαγή του εκλογικού νόμου να εφαρμόζεται από τη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση αν δεν υπάρχει πλειοψηφία δυο τρίτων ή 200 εδρών. 

Είναι επιλογή που βοήθησε πολύ στο να εκλογικευτούν στοιχειωδώς τα πράγματα. 

Και στη συνέχεια το 2003 παρουσίασε μια πρωτοποριακή πρόταση. Απόλυτη αναλογική στις 270 έδρες με 30 μπόνους στο πρώτο κόμμα, βουλευτές Περιφέρειας και Νομού, συνδυασμός λίστας και σταυρού, διπλή κάλπη για ψήφο στο κόμμα και για τους υποψηφίους, 3% πλαφόν εισόδου στη Βουλή, κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών Περιφερειών, ισόρροπη και αναλογική εκπροσώπηση των μικρών κομμάτων. Μια επαναστατική πρόταση. 

Τότε το ίδιο το πολιτικό σύστημα αντέδρασε δυναμικά, με προεξάρχουσα την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Δεν αποδείχτηκε ώριμο για μια ριζοσπαστική τομή και ψήφισε κολοβή την πρόταση. 

Είναι λοιπόν χρέος μας να αναγνωρίσουμε ότι η πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση, που κατατέθηκε εκλογικός νόμος, που δεν ευνοούσε την κυβερνώσα παράταξη που τον έφερνε, έγινε από εμάς το 2004, με το ν. 3231/2004, από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών Κώστα Σκανδαλίδη, που  έφερε την πρόταση του εκλογικού νόμου που προανέφερα, προκειμένου να υπάρξει κυβερνητική προοπτική και για τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή, που φαινόταν ότι ερχόταν τότε επελαύνοντας προς την εξουσία. 

Επιπλέον, με αυτόν ακριβώς το νόμο, με το άρθρο 5,  σε αντίθεση με τον προηγούμενο νόμο (νόμος Κούβελα – Ν.1907/1990), που απέκλειε τους συνασπισμούς κομμάτων από την τρίτη κατανομή, οι συνασπισμοί κομμάτων συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία κατανομής των εδρών, δίνοντας έτσι κίνητρο  σε συμμαχίες και προγραμματικές συγκλίσεις. 

Αυτό που με το σημερινό, υπό συζήτηση εκλογικό νόμο, αποκλείει ρητά η κυβέρνηση. 

Γι’ αυτό ακριβώς δεν είμαστε ίδιοι! 

Διότι έχουμε μάθει να πολιτευόμαστε διαφορετικά. 

Πολιτευόμαστε, δίχως δεύτερες σκέψεις και σκοπιμότητες σε ό,τι έχει να κάνει με το καλό της Δημοκρατίας, με το καλό των θεσμών, με το καλό της χώρας και των πολιτών.

Είμαστε εκείνη η παράταξη που άλλαξε την αντιμετώπιση ενός εκλογικού νόμου ως πολιτική διαδικασία, με γνώμονα την  πρόοδο και τη θεσμική μεταρρύθμιση σε όλα τα επίπεδα.

Πέρα όμως από τα ιστορικά στοιχεία και τις γενικές διαπιστώσεις κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και επανερχόμενη στην κυβερνητική πρόταση εκλογικού νόμου που κρατώ στα χέρια μου, οφείλω να σας πω, πως και αυτήν τη φορά δεν ξεκινήσατε καλά σε ό,τι αφορά το εκλογικό σύστημα.

Και τι εννοώ;

Εννοώ πως  για το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου, που αφορά μια κορυφαία θεσμική πρωτοβουλία από πλευράς της Κυβέρνησης, δεν υπήρξε καμία διαβούλευση.

Δεν υπήρξε καμία διαβούλευση καταρχήν με τους αρχηγούς των κομμάτων, δεν υπήρξε ακολούθως σχεδόν καμία διαβούλευση με τους φορείς, αλλά ούτε και με τους πολίτες.

Ας μπούμε και στα ενδότερα του νομοσχεδίου, όμως.

Δεν θα επαναλάβω τα όσα ο εισηγητής της πλειοψηφίας ανέφερε, για το τι κάνει το νομοσχέδιο.

Θα πω μονάχα πως το εκλογικό σύστημα που προτείνεται από την κυβέρνηση, ενώ κομπάζει ότι δήθεν ακολουθεί την αρχιτεκτονική της δικής μας πρότασης, διαφοροποιείται σημαντικά, με πολιτικάντικη πονηριά και με αποτέλεσμα να αποτελεί τελικά απλώς μια κακή αναδιατύπωση, με ξεκάθαρα διαφορετικές στοχεύσεις.

Και εξηγούμαι: τι προτείνουμε εμείς;

Είπαμε κλιμακωτά να παίρνει το πρώτο κόμμα – και μόνο αν υπερβαίνει το 25% – τις 20 πρώτες έδρες του συνολικού bonus των 35 εδρών που προτείνουμε και για κάθε επιπλέον 1% να παίρνει ακόμη μία έδρα.

Σε αυτήν την πρότασή μας, η κυβέρνηση φέρνει συνολικό bonus 50 εδρών, δείχνοντας υποτίθεται – πως υιοθετεί τη δική μας αρχιτεκτονική.

Ωστόσο, η κυβερνητική πρόταση διαφοροποιείται καθοριστικά , από τη στιγμή που δίνει μια έδρα για κάθε 0,5%. 

Και ενώ δείχνει να ακολουθεί τη μέθοδό μας η κυβέρνηση, με τις πονηρές παρεμβάσεις της, δεν  φτάνει φυσικά στο ίδιο αποτέλεσμα.

Γιατί με την κυβερνητική πρόταση η αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος επιτυγχάνεται με ποσοστό περίπου στο 36,5% – 37% του εκλογικού σώματος, ενώ με την δική μας πρόταση απαιτείται πάνω από 40,5%. 

Το κλιμακωτό bonus των 35 εδρών που εμείς θέτουμε ως όρο και «ταβάνι» της πριμοδότησης του πρώτου κόμματος, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ένα τυχαίο νούμερο.

Ούτε είναι προϊόν «κολοκυθιάς» ή πολιτικού καπρίτσιου.

Το να επιτευχθεί η αυτοδυναμία με περίπου 41% ως «κατώφλι» της, είναι για εμάς ΚΟΜΒΙΚΟ.

Γιατί με το να προσπαθείς να μετατρέψεις μια επικράτηση της τάξης του 36% – 37% σε άκαμπτη αυτοδυναμία, είναι προφανές ότι αγνοείς την λαϊκή ετυμηγορία που ξεκάθαρα σε «σπρώχνει» σε συγκλήσεις, γιατί δεν σε εμπιστεύεται να κυβερνήσεις μόνος σου.

Όμως ο Πρωθυπουργός και παρά τις προεκλογικές διακηρύξεις του, φαίνεται ότι έχει τα δικά του σχέδια.

Φαίνεται ότι έχει προσχωρήσει ξεκάθαρα στη λογική της «μονοκρατορίας», προσπαθώντας να φτιάξει ένα δικό του κόμμα, ένα δικό του κράτος, μια δική του πραγματικότητα.

Ένα επιτελικό κράτος, με επιτελεία, με επιτελάρχες και με επιτελικούς, με επιτελική λογική και με επιτελικό πρόσωπο.  

Αλλά όλα αυτά τα «οράματα του επιτελικού μεγαλείου» δεν προοιωνίζουν τίποτα θετικό για τους θεσμούς και αυτό οι πολίτες ήδη άρχισαν να το αντιλαμβάνονται, παρά το μήνα του μέλιτος που ακόμη διανύει η Κυβέρνηση. 

Για αυτό άλλωστε δεν υπήρξε, εξαρχής, καμία περίπτωση συνεννόησης από πλευράς του με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Ένας νέος δικομματισμός είναι ο στόχος του, επειδή θεωρεί ότι αυτή την στιγμή «έχει το επάνω χέρι» και ότι αυτό θα διαιωνίζεται εσαεί προς όφελός του.

Τον προειδοποιούμε προκαταβολικά πως όλα αυτά είναι εξαιρετικά εφήμερα, και ότι αν κάτι διδάσκει η Ιστορία είναι ότι κανείς – και ευτυχώς – δεν βρίσκεται συνεχώς «καβάλα στο  άλογο της νίκης».

Το βίωσαν αυτό και άλλοι, προηγούμενοι, πολύ ισχυρότεροι Πρωθυπουργοί πριν από αυτόν και είναι πιο βέβαιο από οτιδήποτε, ότι προοπτικά θα το βιώσει και ο ίδιος.

Αυτό που μένει για τον κάθε Πρωθυπουργό στο τέλος είναι μόνο ο σεβασμός στους θεσμούς και το λιθαράκι που ο ίδιος πρόσθεσε στην προσπάθεια βελτίωσής τους.

Αυτός είναι τουλάχιστον ο στόχος όλων όσοι θέλουν να λέγονται και να αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί.

Και νομίζω ότι ο Πρωθυπουργός έτσι θα ήθελε να μείνει στη συνείδηση του κόσμου, όσο κι αν συστηματικά προσπαθεί για το αντίθετο, μέσω των νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησής του, συμπεριλαμβανομένης και της συζητούμενης.

Η κυβέρνηση  προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τον εκλογικό νόμο, προκειμένου να διαιωνίσει ένα σύστημα εξουσίας, αυτό της μονοκομματικής διαιώνισης και διακυβέρνησης, το οποίο ο ελληνικός λαός σταδιακά φαίνεται ότι εγκαταλείπει.

Πίσω όμως από αυτό δεν διαφαίνεται τίποτα άλλο από την ανασφάλεια και την φοβικότητά του.

Φαίνεται μόνο η «γύμνια του βασιλιά».

Όπως ακριβώς οι οποιεσδήποτε πομπώδεις αυτό-επιβεβαιώσεις κάποιου, σπάνια, κρύβουν ένα άτομο με γνήσια αυτοπεποίθηση.

Έτσι και ο Πρωθυπουργός δεν είναι καθόλου βέβαιος ότι την επόμενη φορά, όποτε κι αν είναι αυτή, θα καταφέρει να εξασφαλίσει το 39,5%, του Ιουλίου του 2019.

Γνωρίζει ότι αυτό μάλλον ήταν το μέγιστο που μπορούσε να λάβει.

Γιατί σπάνια σε μια γνήσια Δημοκρατία –και το λέω εμπειρικά – στην δεύτερη ή σε κάθε επόμενη εκλογική αναμέτρηση το κυβερνόν κόμμα εξασφαλίζει το ίδιο ή υψηλότερο ποσοστό, που αρχικά έλαβε.

Είναι λοιπόν ένα αποσπασματικό, επιλεκτικό και καιροσκοπικό νομοσχέδιο που φέρνει η κυβέρνηση στη Βουλή, επιχειρώντας άρον – άρον τη ψήφιση του, παντελώς αδιάφορη για οποιαδήποτε διαβούλευση. 

Δεν θα αλλάξει όμως πορεία η χώρα με απλή εναλλαγή αυτοδύναμων και αυτάρεσκων δυνάμεων,  ούτε με την ακυβερνησία. 

Θα αλλάξει μέσα από μια νέα εθνική στρατηγική, που μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα μπροστά.

Τα πειράματα «γενετικής μηχανικής» με τον εκλογικό νόμο δεν οδηγούν σε εξασφαλισμένο αποτέλεσμα. 

Ειδικά όταν είναι τραγικά μεταλλαγμένα. 

Η καταψήφισή του, λοιπόν, είναι μονόδρομος για εμάς.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΜΗ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ ΣΕ ΜΕΣΣΗΝΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΧΩΡΑΕρώτηση Δημήτρη Κωνσταντόπουλου στους συναρμόδιους υπουργούς σχετικά με τις συζητήσεις για εκτροπή του ποταμού Αχελώου