Το Κίνημα Αλλαγής στηρίζει μια νέα σχέση Ελλάδας & Διασποράς

Το Κίνημα Αλλαγής είναι πολιτικός φορέας προοδευτικών και σοσιαλδημοκρατικών αξιών όπως: η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, η ισότητα και η δίκαιη διανομή της οικονομικής ευημερίας, η κοινωνική αλληλεγγύη και η συνετή διαχείριση.

Οραματιζόμαστε μια Ελλάδατου ανθρωπισμού, της δημοκρατικής εμβάθυνσης και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Αυτή είναι η Ελλάδα που συμβάλλει σε μια παγκόσμια κοινωνία, η οποία αναζητά δίκαια και σύγχρονα μοντέλα ανάπτυξης.

Σήμερα οι νέες διεθνείς γεω-στρατηγικές ισορροπίες, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, η περιβαλλοντική κρίση, η 3η και η 4η τεχνολογική επανάσταση, οι διευρυμένες κοινωνικές ανισότητες και οι πολιτισμικές αλλαγές διαμορφώνουν ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον με σημαντικές προκλήσεις για την κοινωνική πρόοδο.

Αυτές οι συνθήκες, ιδιαίτερα στην μετά COVID εποχή, επηρεάζουν βαθιά τον πλανήτη μας, την Ελλάδα και τις σχέσεις της με την Ελληνική Διασπορά. Ταυτόχρονα, όμως, η τεχνολογική επανάσταση με τα νέα ψηφιακά εργαλεία δημιουργούν νέες δυνατότητες επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης και συνεργειών με τους Έλληνες Απόδημους και Ομογενείς.

Το Κίνημα Αλλαγής, με αιχμή το ΠΑΣΟΚ, αναγνωρίζει ότι η συμμετοχή στην ευημερία αφορά ΟΛΟΥΣ τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στην Ελλάδα και στη Διασπορά. Είμαστε περήφανοι γιατί το Κίνημά μας έχει ιστορικές καταβολές και διασυνδέσεις με την Ελληνική Διασπορά και διαχρονικά διατηρούμε μαζί της μια ειλικρινή και δημιουργική σχέση. Ακούμε τα προβλήματα, μαθαίνουμε από τα επιτεύγματα και την δυναμική της, διαβουλευόμαστε και προωθούμε πολιτικές και λύσεις για την πρόοδο όλων στη Διασπορά και στην Ελλάδα.

Το Κίνημα Αλλαγής, επίσης, αναγνωρίζει ότι η ελληνική Διασπορά εξελίσσεται συνεχώς σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον, γεμάτο προκλήσεις στην μετά COVID εποχή. Οι νέες ευκαιρίες και προοπτικές που παρουσιάζονται αναδεικνύουν την ανάγκη για ένα Συμβόλαιο με τη Διασπορά. Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, το Συμβόλαιο αυτό, μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό και προοδευτικό μοντέλο ανάπτυξης, θα συμβάλει στην ενδυνάμωση της Διασποράς και στην προσωπική και κοινωνική ευημερία των μελών της. Η δημιουργική αλληλεπίδραση της Ελλάδας με την ακμάζουσα και πολύμορφη, καινοτόμο ελληνική Διασπορά, θα συνεισφέρει επίσης και στην αναζήτηση δίκαιων και βιώσιμων μοντέλων ανάπτυξης στην Ελλάδα. Αυτός είναι ο πυρήνας του Συμβολαίου 2030 με την Διασπορά.

Το Κίνημα Αλλαγής αναγνωρίζει ότι η εξαιρετική δυναμική της Ελληνικής Διασποράς στην 3η δεκαετία του 21ου αιώνα, και η ανάγκη της Ελλάδα να συμβάλλει σε νέα μοντέλα δίκαιης ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο, θέτουν τις βάσεις και δείχνουν τις νέες προοπτικές για τη σύζευξη μεταξύ Ελλάδας και Διασποράς και για ένα Συμβόλαιο με βάση τον διάλογο, την αμοιβαιότητα, την εξωστρέφεια, την ποιότητα και κυρίως τις συνέργειες.

 

Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση και πολιτισμός-διαβούλευση

Η Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση – η Ελληνομάθεια και ο Πολιτισμός είναι διαχρονικά ο κύριος πυλώνας μεταβίβασης της πολιτισμικής κληρονομιάς (υλικής και άυλης) και ενίσχυσης της ελληνικής ταυτότητας, και αποτελούν τον κύριο άξονα του Συμβολαίου με την Διασπορά που θέτουμε σε διαβούλευση.

Καλούμε όλα τα μέλη της Διασποράς να προχωρήσουν μαζί μας στη σύναψη του Συμβολαίου 2030, συμφωνώντας στο όραμα, στους μετρήσιμους στόχους και τις στρατηγικές επίτευξης των στόχων με χρονικό ορίζοντα το 2030.

Η πρόσκληση απευθύνεται σε όλα τα μέλη της Διασποράς: σε μαθητές και μαθήτριες, φοιτητές και φοιτήτριες, σε εκπροσώπους σχολείων και πανεπιστημίων, σε κορυφαίους επιστήμονες, στους ανθρώπους των τεχνών και του αθλητισμού, στους επιχειρηματίες και επαγγελματίες που διαπρέπουν όπου βρίσκονται, σε συλλογικούς φορείς της Ομογένειας, σε επαγγελματικά δίκτυα Ελλήνων Αποδήμων και Ομογενών, στην Εκκλησία και πάνω από όλους στις οικογένειες που επενδύουν στην ελληνική εκπαίδευση των παιδιών τους. Απευθυνόμαστε σε όλους όσοι εμφορούνται από την αγάπη για την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό και πιστεύουν ότι όλοι οι άνθρωποι σε όποιο μέρος του κόσμου και να βρίσκονται δικαιούνται να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά τα δημόσια αγαθά.

 

Το Ερώτημα

 

Ποια ελληνόγλωσση και πολιτισμική εκπαίδευση για το πρώτο μισό του 21ου αιώνα απαντά στις ανάγκες της Διασποράς μας και ενισχύει την αλληλοϋποστήριξη, την αμοιβαιότητα και τις συνέργειες μεταξύ Διασποράς και Ελλάδας;

Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες για την ελληνόγλωσση και πολιτισμική εκπαίδευση στην Διασπορά σήμερα

Oι διεθνείς τάσεις και προκλήσεις στην μετά COVID εποχή δημιουργούν πολλές ευκαιρίες για ένα νέο εκπαιδευτικό και πολιτισμικό συμβόλαιο με τη Διασπορά. Η μετά Covid εποχή έρχεται αντιμέτωπη με νέες οικονομικές, κοινωνικές προκλήσεις και οξυμένες ανισότητες που καλούν για ποιοτικές επενδύσεις στο ανθρώπινο/-κοινωνικό κεφάλαιο και στην εκπαίδευση των νέων, αλλά και σε εμβάθυνση διαδικασιών διαλόγου, λογοδοσίας για την χρήση των πόρων και για τη δημοκρατική κοινωνική συνοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαφορετικότητα, η πολυπολιτισμικότητα, η πολυγλωσσία και οι εθνικές γλώσσες ενισχύονται. Παραδόξως παρατηρείται συρρίκνωση των ανθρωπιστικών και κλασσικών σπουδών των οποίων η ελληνική γλώσσα διαχρονικά είναι ένα κύριο εργαλείο μετάδοσης, καθώς και περιορισμένη δυναμική της νέας ελληνικής γλώσσας. Η ψηφιακή επανάσταση επιταχύνει αλλαγές στην παροχή και πρόσβαση της σύγχρονης και ασύγχρονης εκπαίδευσης, στα πολιτιστικά αγαθά (υλικά και άυλα) και την πολιτισμική ανταλλαγή.

Η ελληνική Διασπορά αλλάζει ραγδαία. Η διαγενεακή μετάβαση, το «τρίτο κύμα ελληνικής μετανάστευσης» μετά το 2010 (με την αύξηση του ελληνικού πληθυσμού σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η ΕΕ και οι ΗΠΑ) και η νέα οργανωτική φυσιογνωμία των κοινοτήτων της διασποράς (π.χ. ηλεκτρονικά διεθνικά δίκτυα/κοινότητες) διαμορφώνουν ένα τοπίο που μεταβάλλεται συνεχώς. Απόπειρες χαρτογράφησης υπήρξαν και υπάρχουν πολλές αλλά τα στοιχεία είναι ελλιπή. Μια αντιπαραβολή στοιχείων από πολλαπλές πηγές δεδομένων επιβεβαιώνει την αύξηση της ελληνικής Διασποράς στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού.

Οι κοινότητες/παροικίες της Διασποράς λειτουργούν ως ανεξάρτητοι, δυναμικοί πόλοι με ισχυρή δικτύωση και επικοινωνία μεταξύ τους και ανταλλαγή, κάτι που εμπλουτίζει την ελληνικότητα και αναδεικνύει τη μοναδικότητα και τις δυνατότητες της κάθε κοινότητας. Ωστόσο παρατηρείται μεγάλη διαβάθμιση στις δυνατότητες των κοινοτήτων της Διασποράς: από την μια υπάρχουν εύρωστες κοινότητες με σημαντικούς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, με ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο και δυναμικότητα για επιρροή και επίτευξη στόχων, ενώ από την άλλη υπάρχουν άλλες κοινότητες που αγωνίζονται για την ύπαρξη τους ή φθίνουν λόγω της απομόνωσης και της ενσωμάτωσης, με ελάχιστους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους. Η ευρωστία ή μη των κοινοτήτων αντανακλάται στην ύπαρξη ή μη δυναμικών παροικιακών φορέων που επηρεάζουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τις εκπαιδευτικές δράσεις με στόχο την ελληνομάθεια και τις δράσεις πολιτισμού.

Ένα τεράστιο δίκτυο σχολείων/προγραμμάτων έχει λειτουργήσει διαχρονικά για την ενδυνάμωση της γλώσσας, της ταυτότητας και του πολιτισμού με ευθύνη των απανταχού παροικιών και τη συνδρομή του Ελληνικού κράτους.

Όμως, πεπερασμένες εκπαιδευτικές πολιτικές για την Διασπορά καθώς και φαινόμενα αδιαφάνειας, σπατάλης και κακοδιαχείρισης δεν οικοδόμησαν ένα ξεκάθαρο εθνικό όραμα και σχεδιασμό, με ρεαλιστικούς μετρήσιμους στόχους, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τόσο της Διασποράς όσο και της Ελλάδας.

Όραμα και σχεδιασμός για την ελληνόγλωσση και (δια)πολιτισμική εκπαίδευση για το πρώτο μισό του 21ου αιώνα

Το όραμα για την ελληνόγλωσση και πολιτισμική εκπαίδευση για το πρώτο μισό του 21ου αιώνα φιλοδοξεί να απαντήσει στις ανάγκες της Διασποράς μας και να ενισχύσει την αλληλοϋποστήριξη και τις συνέργειες μεταξύ Διασποράς και Ελλάδας

Στο Κίνημα Αλλαγής-ΠΑΣΟΚ οραματιζόμαστε την προώθηση της ελληνικής γλώσσας/πολιτισμού στα μέλη και φίλους της Διασποράς ως δημόσιου αγαθού της παγκόσμιας κληρονομιάς και του δυτικού πολιτισμού, αλλά και ως συγκριτικό πλεονέκτημα των μελών και φίλων της Διασποράς.

Οραματιζόμαστε την προώθηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού ως δημοσίων αγαθών που δικαιούται ο καθένας να απολαμβάνει, και που λειτουργούν ως καταλύτες δημοκρατικών, συμπεριληπτικών κοινωνιών και ως πηγή εμπλουτισμού της ελληνικότητας, της δημοκρατίας και της προόδου.

Η αναγνώριση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και συνθηκών στις οποίες λειτουργούν οι παροικίες και τα δίκτυα της Ελληνικής Διασποράς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν θέτουν και την βάση του πολιτικού σχεδιασμού για την προώθηση και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού.

Σημαντική παραδοχή ενός σχεδιασμού είναι ότι η Ελλάδα θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο καταλύτη/γέφυρας που θα λαμβάνει υπόψη της:

 

  1. τις κοινωνικές/πολιτισμικές/πολιτικές συνθήκες των χωρών εγκατάστασης, της Διασποράς και της ίδιας της χώρας μας, και
  2. συμφωνία με την Διασπορά.

Προγραμματικοί στόχοι. Στη βάση του οράματός μας και του προγραμματικού σχεδιασμού του Κινήματος Αλλαγής, προτείνουμε προς διαβούλευση βασικούς στόχους με χρονικό ορίζοντα το 2030:

 

Στόχοι αποτελεσμάτων – προσδοκώμενα αποτελέσματα

ΣΤΟΧΟΣ 1:   Αύξηση κατά 50% των ατόμων που λαμβάνουν πιστοποίηση της ελληνικής γλώσσας στα διάφορα επίπεδα και αύξηση των μαθητών/μαθητριών που λαβαίνουν credits για την γνώση της ελληνικής γλώσσας στα εκπαιδευτικά συστήματα της χώρας εγκατάστασης.

ΣΤΟΧΟΣ 2:   Αύξηση του αριθμού των μαθητών/σπουδαστών «πρεσβευτών της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού» μέσω οργανωμένης βιωματικής εμπειρίας στην Ελλάδα.

Οι νέοι της Διασποράς αλλά και οι φίλοι, εκλαμβάνονται ως πρεσβευτές της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού. Προτείνεται όλοι οι σπουδαστές της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού στη Διασπορά να έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν οργανωμένη βιωματική εμπειρία στην Ελλάδα, ώστε να γίνονται δια βίου πρεσβευτές της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού.

 

Ενδιάμεσοι στόχοι

ΣΤΟΧΟΣ 3:   Η αύξηση του αριθμού των κέντρων διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και ελληνικών σπουδών και η ενίσχυση των πόλων αριστείας και καινοτομίας στην Ελλάδα και τον κόσμο για την εκπαίδευση μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών και ερευνητών στην ελληνική γλώσσα (αρχαία και νέα ελληνική) και πολιτισμό.

ΣΤΟΧΟΣ 4.   Ενίσχυση των συστημάτων εκπαίδευσης των φορέων (στην Ελλάδα και στη Διασπορά). Η αύξηση διδασκόντων της ελληνικής γλώσσας και η ποιοτικότερη εκπαίδευσή τους με στόχευση την βιωματική εμπειρία στην Ελλάδα. Η ενεργοποίηση ενός διασυνδεμένου και ενιαίου συστήματος για την πιστοποίηση της μη-τυπικής και άτυπης μάθησης και απόδοσης πιστωτικών μονάδων για Έλληνες της Διασποράς.

ΣΤΟΧΟΣ 5.   Ενίσχυση των δράσεων και συνεργειών μεταξύ φορέων Διασποράς και Ελλάδας, με ξεχωριστή ταυτότητα για κάθε χώρα, για άσκηση εφαρμοσμένης πολιτικής στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό (π.χ. διεθνοποιημένα προγράμματα ανταλλαγών/ διασύνδεσης).

 

Ενδεικτικές στρατηγικές υλοποίησης

Βασικές στρατηγικές που οδηγούν στην επίτευξη των 5 προγραμματικών στόχων και που επίσης θέτουμε σε διαβούλευση προς εμπλουτισμό είναι:

 

  1. Ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης/πρεστίζ της ελληνικής γλώσσας/πολιτισμού στις χώρες εγκατάστασης μέσω της ένταξης των προγραμμάτων στα επίσημα εκπαιδευτικά συστήματα και της πιστοποίησής τους.
  2. Προώθηση της γλώσσας και του πολιτισμού σε όλες τις βαθμίδες της τυπικής, μη τυπικής και άτυπης μάθησης [δια βίου και ηλεκτρονική μάθηση].
  3. Ενίσχυση του εκπαιδευτικού-ερευνητικού δυναμικού στις χώρες με ενίσχυση πόλων αριστείας και έρευνας ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και να ενισχύει τις καλές πρακτικές.
  4. Διεθνοποίηση της μάθησης της ελληνικής γλώσσας/πολιτισμού μέσω οργανωμένων (διαπολιτισμικών/ηλεκτρονικών) προγραμμάτων, προγραμμάτων ανταλλαγής και ηλεκτρονικών κοινοτήτων μάθησης.
  5. Δημιουργία φερέγγυων τραπεζών δεδομένων (data base) της ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ για την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής.
  6. Χρηματοδότηση των πολιτικών – Αξιολόγηση και Λογοδοσία.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΗ ΦΟΡΜΑ ΓΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΣΑΣ

 

    Ορισμένες σκέψεις από την σκοπιά του κατοίκου Αυστραλίας και όχι Ευρωπαϊκής χώρας.

    1. Στο να υπάρξουν περισσότερα σχολεία Ελληνικών στο εξωτερικό συμφωνούμε όλοι. Στη Μελβούρνη αυτό γίνεται κατά κύριο λόγο από την Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης εδώ και 125 χρόνια και δευτερευόντως από τη εκκλησία. Υπάρχει κάποια σκέψη από την πλευρά σας στο να χρηματοδοτήσει εν μέρει η εξ ολοκλήρου η Ελληνική Κυβέρνηση κάποια καινούρια σχολεία; Αν είναι αυτή η σκέψη, καλό είναι την οργάνωση και τη λογοδοσία να αναλάβει η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης, η οποία ήδη τρέχει 5 νηπιαγωγεία, 12 σχολεία για μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου, τμήματα εκμάθησης Ελληνικών σε ενήλικες και υποστηρίζει 2 πανεπιστημιακά προγράμματα.

    2. Όλοι συμφωνούμε στο στόχο 3, για την ενίσχυση του εκπαιδευτικού δυναμικού στις χώρες του εξωτερικού. Η πραγματικότητα όμως είναι:
    – Το επιμίσθιο των αποσπασμένων καθηγητών στην Αυστραλία είναι ίσο με αυτό της Ρουμανίας, κάτι εντελώς παράλογο. Ακόμη κι αυτό το ποσό, λόγω τραπεζικών περιορισμών, ΔΕΝ μπορεί να μεταφερθεί εξ ολοκλήρου σε λογαριασμό της Αυστραλίας.
    – Δεν υπάρχει διμερής συμφωνία για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να πληρώνουν ιδιωτική ασφάλεια από την τσέπη τους.
    – Τα παραπάνω λειτουργούν σαν αντικίνητρα για νέες αποσπάσεις. Τα σχολεία της Μελβούρνης ζητάνε 10-12 αποσπασμένους κάθε χρόνο και έρχεται ένας ή συνήθως κανένας.
    – Υπάρχει ανάγκη συγραφής βιβλίων Ελληνικών από επιστήμονες που μένουν ήδη στο εξωτερικό, επειδή έχουν καλύτερη αντίληψη των αναγκών σε σχέση με κάποιον που ζει εντός Ελλάδας.

    3. Ο στόχος 4 είναι πιθανόν η πιο μακροπρόθεσμη λύση για την ανάπτυξη της Ελληνομάθειας. Θα πρέπει όμως να γίνει μια αρχή με τους κατάλληλους τομείς των Ελληνικών ΑΕΙ, των διδασκόντων ή των υποψήφιων διδακτόρων. Δεν είναι εύκολο για έναν ομογενή που λείπει μερικές 10ετίες από την Ελλάδα να γνωρίζει ποιούς να προσεγγίσει και με ποιούς να μιλήσει.

    Αναβάθμιση της εκπαίδευσης στα ελληνικά σχολεία. Κίνητρα για το διδακτικό προσωπικό. Σωστή ενημέρωση των ενδιαφερομένων. Κατάλληλους εκπαιδευτικούς στα ανάλογα σχολεία με γνώση της τοπικής γλώσσας.

    Τοποθέτηση του Μιχάλη Δαμανάκη
    Ομότιμου Καθηγητή
    Πανεπιστημίου Κρήτης

    Κατ’ αρχάς ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και την ευκαιρία που μου δίδεται να εκφράσω την άποψή μου για ένα θέμα που με απασχολεί επί δεκαετίες.
    Επίσης, να εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια στους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης, την οποία θεωρώ ως έναν κρίκο στην αλυσίδα που συνδέει το ΠΑΣΟΚ, από την ίδρυση του μέχρι σήμερα, με την Ελληνική Διασπορά.
    Ειδικά για την ελληνόγλωσση εκπαίδευσή στη Γερμανία – στην οποία είναι αφιερωμένη η διαβούλευση της 10ης Απριλίου – να υπενθυμίσω ότι κατά την παγγερμανική Νομαρχιακή Συνέλευση του ΠΑΣΟΚ στις 1 και 2 Δεκεμβρίου 1979 συγκροτήθηκε «Ομάδα Σχολικού» με αποστολή τη σύνταξη ενός κειμένου το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για την εκπαιδευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ για τα ελληνόπουλα στη Γερμανία.
    Στη σελίδα 10 του εν λόγω κειμένου αναφερόταν ρητά: «Η δομή του ελληνικού σχολείου που ακολουθεί εκπονήθηκε κύρια για τους μαθητές που σκοπεύουν να παλιννοστήσουν»
    Τότε οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία ονειρεύονταν ακόμα την παλιννόστηση· και το ΠΑΣΟΚ είχε εντάξει στο πρόγραμμά του την παλιννόστηση του εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα από την Ευρώπη. Η πολιτική αυτή είχε ως συνέπεια τη δημιουργία των λεγόμενων Ελληνικών Σχολίων στη Γερμανία· μια μορφή εκπαίδευσής που έμελλε να ταλαιπωρήσει τόσο τις ελληνικές κυβερνήσεις όσο και τις μεταναστευτικές οικογένειες.
    Δεν θα επεκταθώ στη αξιολόγηση των τότε πολιτικών και των συνεπειών τους, υπογραμμίζω απλά ότι αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν και να ερμηνευθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Τότε, ήταν η εποχή των «Gastarbeiter» με τις κοινωνικά ομοιογενείς «Εργατικές Κοινότητες» και τα αδιέξοδά τους.
    Σήμερα, η οικονομική, κοινωνική, πνευματική διαστρωμάτωση της Ελληνικής Διασποράς στη Γεράνια έχει αλλάξει και είναι παρόμοια με αυτή της γερμανικής κοινωνίας, εν γένει. Ιδιαίτερα μετά την ελληνική οικονομική κρίση και τη συνακόλουθη «Νέα Μετανάστευση» η ακαδημαϊκή-πνευματική ελίτ των Ελλήνων της Γερμανίας ενισχύθηκε σημαντικά. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, θα πρέπει να καταρτιστούν οι νέες πολιτικές.

    Ως προς το κείμενο διαβούλευσης, εκτιμώ ότι είναι συγκροτημένο και μπορεί να αποτελέσει βάση για διαβούλευση και για ενδεχόμενες εξειδικεύσεις. Συγχρόνως, όμως, θα κάνω κάποιες παρατηρήσεις με την ελπίδα ότι αυτές θα λειτουργήσουν εποικοδομητικά.
    Ξεκινώ με την επίκληση της «μετά COVID εποχής» για να παρατηρήσω ότι ένα επίκαιρο γεγονός, όσο σημαντικό και αν είναι αυτό, δεν αποτελεί στέρεα βάση για ένα κείμενο αρχών. Αν ήταν να πάρει κανείς ένα επίκαιρο γεγονός θα προσφερόταν περισσότερο ο πόλεμος στην Ουκρανία ο οποίος έχει άμεσες και ορατές συνέπειες για την εκεί Ελληνική Διασπορά.
    Ως προς τον όρο «Ελληνική Διασπορά» ας υπογραμμιστεί ότι αυτός είναι συμβατικός και χρησιμοποιείται ως τέτοιος για τεχνικούς-επικοινωνιακούς λόγους. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές διασπορές με διακριτά χρονικά και τοπικά χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
    Μια βασική – και για ιστορικού λόγους αναγκαία- διαφοροποίηση είναι μεταξύ Ιστορικής και Μεταναστευτικής Διασποράς. Η πρώτη είναι προϊόν ιστορικών, τραυματικών εξελίξεων και τα μέλη τους απαντώνται σήμερα περί τη Μαύρη Θάλασσα, στην Καυκασία και την Υπερκαυκασία, ενώ η δεύτερη είναι δημιούργημα της μετά το 1890 ελληνικής εργατικής μετανάστευσης και απαντάται και στις πέντε ηπείρους και ιδιαίτερα στις χώρες: ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο της ίδιας της Μεταναστευτικής Διασποράς υπάρχουν σημαντικές διαφορές, για παράδειγμα μεταξύ ΗΠΑ και ευρωπαϊκών χωρών, με κυρίαρχη τη διασπορά στη Γερμανία.
    Αυτές οι διασπορές έχουν και κοινά στοιχεία τα οποία πρέπει να αναζητηθούν, να αναδειχθούν και να αποτελέσουν τη βάση και το πλαίσιο των όποιων μέτρων του Κέντρου, της Ελλάδας, για τη Διασπορά.
    Τα κοινά στοιχεία αναδύονται μέσα από τη μελέτη της σχέσης των Ελλήνων της Διασποράς με την Ελλάδα. Ακριβέστερα, μέσα από τη μελέτη της στάσης τους απέναντί στην Ελλάδα και του αυτοπροσδιορισμού τους σε σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό.
    Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι στο ένα άκρο αυτού του σχεσιακού φάσματος βρίσκονται άτομα που δεν μιλούν ελληνικά, δεν γνωρίζουν την ελληνική ιστορία, δεν έχουν σχέσεις με την Ελλάδα κ.λπ., εντούτοις έχουν μια συναισθηματική σχέση με τη χώρα καταγωγής των προγόνων τους· και το σημαντικότερο έχουν συνείδηση της εθνοπολιτισμικής καταγωγής τους και θέλουν αυτή να αποτελεί συνθετικό στοιχείο της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Στο άλλο άκρο βρίσκονται εκείνα τα άτομα που δεν διαφοροποιούνται σημαντικά από τους ελλαδίτες Έλληνες.
    Αφαιρετικά διατυπωμένο: στη μία άκρη του εκκρεμούς μια «συμβολική ελληνικότητα» και στο άλλο μια ελλαδοπροσανατολισμένη αν όχι «ελλαδοκεντρική ελληνικότητα».
    Κοινό στοιχείο και των δύο καθώς και των ενδιάμεσων εκφάνσεων είναι η «συνείδηση της πολιτισμικής καταγωγής» και η βούληση των μελών της διασποράς αυτή η πολιτισμική καταγωγή να αποτελεί συνθετικό στοιχείο της πολιτισμικής τους ταυτότητας.
    Αυτή είναι η διαπιστωμένη κοινή βάση όλων των «Ελλήνων της Διασποράς». Αυτή νομιμοποιεί το Κέντρο να φροντίζει για τη Διασπορά και αυτή την κοινή πολιτισμική βάση οφείλει να καλλιεργεί και να προωθεί το Κέντρο.
    Το κείμενο διαβούλευσης αναφέρεται στον ελληνικό πολιτισμό καθώς και στη σχέση Κέντρου και Διασποράς και κάνει λόγο για μια «δημιουργική αλληλεπίδραση» μεταξύ τους.
    Κατανοώ και εξειδικεύω τη «δημιουργική αλληλεπίδραση» στην κατεύθυνση μιας σχέσης όπου οι Έλληνες της Διασποράς πρωταγωνιστούν και το Κέντρο έχει ρόλο υποστηρικτικό. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι παρεμβάσεις του Κέντρου είναι αποτελεσματικές εκεί που έρχονται να συμπληρώσουν και να στηρίξουν πρωτοβουλίες της Διασποράς. Άμεσες δυναμικές παρεμβάσεις του Κέντρου έχουν νόημα και επιβάλλονται μόνο όπου διακυβεύονται τα συμφέροντα ή και η ύπαρξη των ελληνικών παροικιών στη Διασπορά – όπως, για παράδειγμα σήμερα στην Ουκρανία.

    Το Κέντρο οφείλει να είναι ανοιχτό και ευέλικτο και να προσφέρει ευκαιρίες σε κάθε συλλογικό φορέα ή άτομο της Διασποράς.
    Η αρχή της ανοιχτότητας, της υποστηρικτικότητας και της ευελιξίας εφαρμοζόμενη στην εκπαίδευση σημαίνει ότι οι ομογενειακοί φορείς σε συνεργασία με τις εκπαιδευτικές αρχές της κάθε χώρας ή πολιτείας οργανώνουν και προωθούν την ελληνόγλωσση εκπαίδευσή, εντός των θεσμικών πλαισίων και των δυνατοτήτων του κάθε εκπαιδευτικού συστήματος, και η Ελλάδα τους στηρίζει.
    Μια εκπαιδευτική πολιτική που λειτουργεί σε αυτή τη λογική μπορεί να αποτελέσει απάντηση στην υπάρχουσα εκπαιδευτική και πολιτισμική πολυμορφία και να δώσει εξειδικευμένες λύσεις σε ειδικά εκπαιδευτικά ζητήματα στην κάθε χώρα.

    Είναι αξιέπαινη η προσπάθεια σας να συνομιλήσετε με τον ελληνισμό της Διασποράς και να αφουγκραστείτε τις ανάγκες και τις επιθυμίες του σχετικά με την μόρφωση των παιδιών του, προτού διαμορφώσετε ένα πρόγραμμα.
    Η προηγούμενη εμπειρία από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων για την εκπαίδευση των Ελληνόπαιδων ερήμην των κατ’ουσίαν ενδιαφερομένων ήταν άκρως απογοητευτική.

    Ως Ελληνίδα της Διασποράς, εκπαιδευτικός των ελληνόγλωσσων Σχολείων στη Βαυαρία και μητέρα 2 παιδιών που επισκέπτονται τα ελληνόγλωσσα αυτά Σχολεία έχω διαμορφώσει ξεκάθαρη άποψη μετά από 7 χρόνια καθημερινής τριβής με τα σχολεία αυτά, αλλά και επικοινωνίας με άλλους γονείς που είτε στέλνουν τα παιδιά τους στα ελληνόγλωσσα σχολεία είτε όχι. Θα παραθέσω τις απόψεις μου επιγραμματικά:

    • Κάθε χώρα και κάθε περιοχή πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Η λογική του ενός συστήματος εκπαίδευσης για όλους είναι στρεβλή και ανεφάρμοστη. Περιοχές με παράδοση χρόνων στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση και στήριξη από τις ντόπιες αρχές, όπως π.χ. η Βαυαρία δεν είναι δυνατόν να μπαίνουν στην ίδια μοίρα με περιοχές που δεν έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά.
    • Είναι άλλο πράγμα η διδασκαλία απλώς της μητρικής γλώσσας σε Τ.Ε.Γ. και τελείως άλλο πράγμα η ελληνική παιδεία που προσφέρεται στα ελληνόγλωσσα σχολεία του εξωτερικού. Και τα 2 έχουν την αξία τους, αλλά εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες.
    • Το πιλοτικό δίγλωσσο πρόγραμμα που εφαρμόζεται στη Βαυαρία από την 1η ως τη 10η τάξη (ως τη δική μας αντίστοιχη Α Λυκείου) είναι κατά τη γνώμη μου πολύ σωστό και ικανοποιεί τις ανάγκες και επιθυμίες πολλών γονέων που το στηρίζουν επιλέγοντας για τα παιδιά τους αυτό το σύστημα εκπαίδευσης. Εξάλλου, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, η Βαυαρία έχει τα πολυπληθέστερα ελληνόγλωσσα σχολεία.

    ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

    • Η ελληνική και η γερμανική γλώσσα θεωρούνται ισότιμες στη διδασκαλία. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ψυχολογία και την αυτοεκτίμηση των παιδιών, που δεν είναι αναγκασμένα να θεωρούν τη μητρική τους γλώσσα ως «γλώσσα του σπιτιού», αλλά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον γλωσσικό που τα ελληνικά και τα γερμανικά αντιμετωπίζονται ισότιμα. Αυτό το προνόμιο δεν το έχουν τα παιδιά που επισκέπτονται αμιγώς ελληνικό σχολείο στο εξωτερικό ούτε όμως και τα παιδιά που επισκέπτονται γερμανικό σχολείο και Τ.Ε.Γ.
    • Οι μαθητές μαθαίνουν και τις 2 γλώσσες και τις 2 κουλτούρες σε ικανοποιητικό επίπεδο και μπορούν να σταθούν και στα 2 περιβάλλοντα με επιτυχία. Μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους και στο ελληνικό σύστημα εκπαίδευσης και στο γερμανικό.
    • Τα ελληνόγλωσσα σχολεία δεν είναι απλώς χώροι εκμάθησης της γλώσσας, αλλά και κυψέλες ελληνικού πολιτισμού και ενίσχυσης της ελληνικής ταυτότητας των μαθητών. Και αυτό μέσα από βιωματικές διαδικασίες μάθησης και παιδείας και όχι με ρομαντική διάθεση ή μουσειακή αντιμετώπιση.

    ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

    • Ελλείψεις εκπαιδευτικών ή καθυστερήσεις στη στελέχωση των σχολείων με εκπαιδευτικούς. Αυτό γεμίζει τους γονείς με ανασφάλεια και είναι ο κύριος λόγος που κάποιος δε φέρνει τα παιδιά του στο ελληνικό σχολείο.
    • Η διαρκής υπόνοια (που μερικές φορές γίνεται και πράξη) ότι τα σχολεία θα κλείσουν. Οι Έλληνες γονείς θέλουν η πολιτική για τα σχολεία του εξωτερικού να είναι ξεκάθαρη, μακρόπνοη και να μην αλλάζει με τις αλλαγές των κυβερνήσεων ή με βάση τις ιδεοληψίες του κάθε Υπουργού. Απαιτείται μακρόπνοη εθνική πολιτική για τα σχολεία του εξωτερικού.

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    • Το μοντέλο της Βαυαρίας είναι ικανοποιητικό, αλλά χρειάζεται αξιολόγηση για την αποτελεσματικότητά του και διορθωτικές κινήσεις. Για παράδειγμα, τα Ελληνικά Μαθηματικά δεν συμβαδίζουν με την ύλη των Γερμανικών Μαθηματικών, με αποτέλεσμα οι μαθητές μας στο Λύκειο να έρχονται με πολλά κενά.
    • Τα Λύκεια στη Βαυαρία είναι αμιγή, όμως τα επισκέπτονται μαθητές που έχουν τελειώσει τη δίγλωσση εκπαίδευση στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Επομένως, είναι μαθητές αυξημένων ικανοτήτων και στις 2 γλώσσες, αλλά όχι στο ίδιο επίπεδο με τους μαθητές στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου, είναι τελείως αντιπαιδαγωγική η χρήση της τράπεζας θεμάτων στα σχολεία του εξωτερικού. Δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως εκπαιδευτικό σκοπό, αντιθέτως αποθαρρύνει τους μαθητές μας συγκρίνοντάς τους με μαθητές άλλων εκπαιδευτικών συστημάτων. Με την ίδια λογική η τράπεζα θεμάτων θα πρέπει να ισχύει και για τα ευρωπαϊκά σχολεία, που είναι δίγλωσσα και τρίγλωσσα.
    • Τα γερμανόφωνα μαθήματα πρέπει να γίνονται από εκπαιδευτικούς με γερμανόφωνη εκπαίδευση. Τα μαθήματα της γερμανόφωνης ζώνης στα σχολεία μας δεν μπορούν να γίνονται από εκπαιδευτικούς γερμανικής φιλολογίας, που διδάσκουν τα γερμανικά ως 2η/ξένη γλώσσα. Μια λύση θα ήταν η πρόσληψη ντόπιου προσωπικού για τα μαθήματα της γερμανόφωνης ζώνης.

    Στο ραγδαια μεταβαλλόμενο τοπίο της ελληνικής διασποράς και της διαδικτυακής υπεροχής στην επικοινωνία και στην προώθηση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού όπως το καταγράφει και η πρόταση, είναι αναγκαίο να συμβάλουμε στη δημιουργία των δικτύων μεταξύ προσώπων, κοινοτήτων και θεσμών με σκοπό τη διευρυμένη εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας και του ελληνικού βιβλίου, την υποστήριξη της μετάφρασης και της διαγλωσσίας, τη διοργάνωση διαδικτυακών και όχι μόνο εργαστηρίων για τη δημιουργία γλωσσικού υλικού προσαρμοσμένου στις διαφορετικές κατά χώρα ανάγκες της ομογένειας, τη διατήρηση ανοιχτών δεσμών με τα πανεπιστημιακα΄ιδρύματα, τις έδρες διδασκαλίας αρχαίας και νέας ελληνικής, μεσαιωνικών σπουδών ιστορίας και πολιτισμού, την ανοιχτή επικοινωνία με συλλόγους γονέων και ελληνων εκπαιδευτικών που έχουν μεταναστεύσει ειδικά την τελευταία δεκαετία, την ανίχνευση κέντρων διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε δημτοτικό επίπεδο π.χ. Volkshochschule στη Γερμανία και διασύνδεση με κοινότητες και κέντρα ελληνικής γλώσσας που προσφέρουν ελληνικά μαθήματα και πτυχία γλωσσομάθειας…

    Ειδικότερα για το Βερολίνο προτείνω να εντάξουμε στο διάλογο:

    1. το Centrum Modernes Griechenland του FU Berlin https://www.cemog.fu-berlin.de info@cemog.fu-berlin.de
    2. το μεταφραστικό εργαστήρι diablog.eu https://diablog.eu/?fbclid=IwAR1u39R8tflwsoVw2IV-Uc3Bs4GaKFy9veCxciqOun-PaClNTiXUQPMmpnY
    3. το Κεντρο ελληνικού πολιτισμού
    4. το κέντρο ελληνικής γλώσσας
    5. έδρες αρχαιογνωσίας (ιστορίας και γλώσσας) στα δυο πανεπιστήμια του Βερολίνου
    6. έδρες βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών, θεατρικών ομάδων των πανεπιστημίων
    7. φεστιβαλ ελληνικού κινηματογραφου στο Βερολίνο
    8.ομάδες ελληνικής φιλαναγνωσίας
    9. εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων που μετανάστευσαν, ειδικά τα τελευταια δέκα χρόνια
    10. συλλόγους φίλων μουσείων με ενδιαφέρον για την κλασσική και βυζαντινή ελλάδα.
    11. δημους του Βερολίνου που διοργανώνουν μαθήματα εκμάθησης νεοελληνικής γλώσσς σε αλλοδαπούς.
    12. την ελληνική Κοινότητα Βερολίνου και την Ορθόδοξη Εκκλησία του Βερολίνου.

    Με συντροφικούς χαιρετισμούς,

    Κωνσταντίνος Λύρατζης
    Εκπαιδευτικός/Μουσειολόγος
    Νομαρχιακή Οργάνωση Γερμανίας
    Βερολίνο

    Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.