Σε Ομιλίες

Σημεία ομιλίας Γεωργίου Δημήτριου Καρρά, Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση

Όταν συζητάμε για Συνταγματική Αναθεώρηση, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη δύο άξονες:

Πρώτον, να κάνουμε αποτίμηση του προηγούμενου συνταγματικού καθεστώτος και των αποδόσεων κατά τη λειτουργία του.

Δεύτερον, να διαπιστώσουμε τις ανάγκες που προκύπτουν, αφού συσχετίσουμε με τις μεταβολές που έχουν επέλθει με την πάροδο του χρόνου στην κοινωνία, στην οικονομία, στα ήθη, και στη συνέχεια να προχωρήσουμε στη συζήτηση για συνταγματική αναθεώρηση.

Θέτω και μία τρίτη παράμετρο: την παράμετρο της προληπτικής λειτουργίας του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν πρέπει μόνο να θεραπεύει ατέλειες του παρελθόντος ή να λύνει προβλήματα, αλλά και να προβλέπει κινδύνους και καταστάσεις που θα δημιουργηθούν στο μέλλον, ούτως ώστε να παράσχει την σταθερότητα στο πολίτευμα, στην κοινωνία, στην οικονομία, για να μην κλυδωνίζονται.

Πρόσφατο παράδειγμα στη χώρα μας είναι η δεκαετία της κρίσης. Εδώ μπορούμε να κάνουμε αποτίμηση του ισχύοντος Συντάγματος και των αναθεωρήσεών του: προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Σύνταγμα δεν επέδειξε τις αντοχές που απαιτούντο για να μην οδηγηθούμε στην κρίση, διότι από την ώρα που επικράτησε ο πανικός της κρίσης, η συνταγματική λειτουργία δυστυχώς υποχώρησε υπό το βάρος των δανειακών συμβάσεων.

Συνεπώς, σήμερα που συζητάμε για την Συνταγματική Αναθεώρηση, πρέπει να δούμε πώς θα λειτουργήσει το Σύνταγμα στο μέλλον. Και ο τόπος μας έχει ανάγκη από δύο βασικά ζητήματα:

  1. Τη διατήρηση, υπεράσπιση και ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων
  2. Την οικονομική ανάπτυξη.

Χρειάζεται, δηλαδή, ενός είδους “οικονομικό Σύνταγμα”, αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε έτσι, με την έννοια των διατάξεων εκείνων που θα εξασφαλίσουν την οικονομική ανάπτυξη, την διατήρηση – τουλάχιστον – του σημερινού status και τη σταδιακή άνοδο τόσο του εισοδήματος όσο και του αναδιανεμητικού ρόλου του.

Φοβούμαι ότι όπως προτείνεται η τροποποίηση του Συντάγματος από την Κυβερνητική πλειοψηφία, δεν λαμβάνει υπόψη τις παραμέτρους αυτές, που είναι ιδιαίτερα σημαντικές και για την κοινωνική σταθερότητα.

Αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

  1. Ιδιαίτερα επίκαιρο είναι ξανά αυτές τις μέρες το ζήτημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας. Η αξίωση του Συντάγματος (άρθρο 21 παρ. 4) είναι ότι το κράτος οφείλει να παρέχει επαρκείς συνθήκες κατοικίας στους αδυνάμους. Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, στο πλαίσιο της αβεβαιότητας του ελληνικού λαού για την προστασία της κατοικίας του, είναι: το Σύνταγμα παρέχει αυτήν την εξασφάλιση; Η Κυβέρνηση το λησμονεί, γιατί επιχειρεί απλά τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, όμως δεν θα έπρεπε να προστατεύεται συνταγματικά η πρώτη κατοικία;
  2. Η φυγή των νέων μας κατά εκατοντάδες χιλιάδες, που είναι άμεσα συνδεδεμένη και με το δημογραφικό ζήτημα, ουσιαστικά απειλεί την υπόσταση της χώρας. Δεν θα έπρεπε στα χρόνια της κρίσης η πολιτεία να έχει μεριμνήσει ώστε να δημιουργηθεί ένα αντισταθμιστικό ταμείο, που θα δημιουργούσε συνθήκες εργασίας στους νέους Έλληνες στον τόπο τους;

Ο λαϊκισμός είναι μια εύκολη πολιτική. Στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν συζητήσαμε για τα σημαντικά θέματα. Δεν συζητήσαμε για τη Δικαιοσύνη, που αφορά την καθημερινότητα του πολίτη. Δεν συζητήσαμε για την απουσία επενδύσεων και τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Δεν λύσαμε απλά προβλήματα.

  • Αναλωθήκαμε στη συζήτηση της άτεχνης πρότασης για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, τη στιγμή που η λύση είναι απλή και αυτό που θα πρέπει κυρίως να διασφαλίζει είναι να μην κινδυνεύει η σταθερότητα του εκλογικού κύκλου από τη μη εκλογή Προέδρου: μία σχετικά αυξημένη πλειοψηφία, όπως ακριβώς περιγράφεται στη δική μας πρόταση.
  • Είναι πολύ απλό να αποδεχθούμε την ίδρυση μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων με την εποπτεία του κράτους, ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν με δωρεές και χορηγίες, όπως σε κάθε χώρα του δυτικού κόσμου. Το πλαίσιο υπάρχει, αλλά οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης δεν μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε.
  • Οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους δεν χρειάζονται καμία αναθεώρηση και η “θρησκευτική ουδετερότητα” δεν έχει έννοια, τη στιγμή το ατομικό δικαίωμα της ανεξιθρησκίας (άρθρο 13) δεν χωρεί αμφισβήτηση.

Κλείνοντας, θέλω να σταθώ στο επιχείρημα της δέσμευσης της επόμενης Βουλής από της αποφάσεις της παρούσας Βουλής: Δεν είναι πειστικό. Σαφές το γράμμα του Συντάγματος ορίζει ότι η προτείνουσα Βουλή καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις, και η αναθεωρούσα αποφασίζει. Αν η αναθεωρούσα αποφασίζει το περιεχόμενο των διατάξεων που καθορίζει η προτείνουσα Βουλή, τότε ποιό αντικείμενο έχει η παρεμβολή των εκλογών, όπου μιλάει η λαϊκή κυριαρχία; Είναι προφανές ότι έτσι έχουμε φαλκίδευση της εξουσίας της αναθεωρητικής Βουλής.

Εμείς έχουμε δηλώσει: επειδή επιχειρείται δέσμευση της επόμενης Βουλής, η οποία θα προκύψει από το αποτέλεσμα των εκλογών, ως Κοινοβουλευτική Ομάδα θα ψηφίσουμε με έναν εκπρόσωπο, ώστε να δώσουεμε το πολιτικό μας στίγμα, και θα αφήσουμε την εξουσία στην επόμενη Βουλή να ασκήσει την πλήρη κυριαρχία της, ούτως ώστε ενδιαμέσως να έχει εκφραστεί με την ψήφο του ο λαός.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.