Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο του Παύλου Χρηστίδη, Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος Αλλαγής στο «ieidiseis.gr»:

Για τον κ. Ερντογάν και τους συν αυτώ, η χρονιά ξεκίνησε μάλλον φιλοευρωπαϊκά, με τον Τούρκο πρόεδρο να κάνει ανοίγματα προς την πλευρά της και τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών να διαμηνύει πως Τουρκία και ΕΕ είναι «αναντικατάστατες» η μία για την άλλη.

Και γιατί όχι; Αφού μετά από χρόνια προκλήσεων γύρω από το μεταναστευτικό, το Αιγαίο, την Κύπρο, την εμπλοκή στη διαμάχη Αρμενίας Αζερμπαϊτζάν, τη Συρία, δεν υπέστη την παραμικρή κύρωση, τώρα αλλάζει γραμμή.

Για την ιστορία ήταν ο ίδιος ο Ερντογάν που διακήρυττε (ως άλλος Ερντογάν) σχετικά πρόσφατα – το 2017, το 2016 – ότι η Τουρκία «δεν έχει ανάγκη την ΕΕ». Είναι γνωστή η ευκολία με την οποία η τουρκική ηγεσία ενίοτε αλλάζει στάση, τείνοντας ξαφνικά χείρα «φιλίας» προς κέντρα εξουσίας τα οποία μέχρι πρότινος η ίδια καθύβριζε σε Ισραήλ, ΕΕ, Σαουδική Αραβία κ.ά. Υπενθυμίζεται πως για τον Ερντογάν, το Ισραήλ ήταν μέχρι πρότινος «κράτος τρομοκράτης», οι Σαουδάραβες «δολοφόνοι», ο Εμανουέλ Μακρόν «ψυχασθενής» και η ΕΕ , «αναποτελεσματική», «ρηχή», «χωρίς όραμα».

Ξαφνικά, η Τουρκία της «Γαλάζιας Πατρίδας» και των S-400, η κατ’ επανάληψη καταδικασθείσα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εμφανίζεται να στοχεύει στην αποκατάσταση των δεσμών της με την ΕΕ, χρεώνοντας όμως παράλληλα τα όποια προβλήματα στα «καπρίτσια» της «κακομαθημένης» Ελλάδας που, όπως επιμένει να καταγγέλλει το ισλαμο-εθνικιστικό τουρκικό καθεστώς, επιλέγει την «απειλητική ρητορική» έναντι του διαλόγου.

Πέρα από τις όποιες ρητορικές επικλήσεις στον διάλογο, η Τουρκία προσέρχεται σε όλα αυτά τα διαφορετικά fora με επί της ουσίας άκρως επιθετικές διαθέσεις, παίζοντας με την απειλή της διχοτόμησης στο Κυπριακό, ενώ παράλληλα διατηρεί ανοιχτές στα τραπέζι και όλες τις επεκτατικές-αναθεωρητικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας (γκρίζες ζώνες, αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών, μειονοτικό, «Γαλάζια Πατρίδα», χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, έρευνα και διάσωση στο Αιγαίο).

Ο ίδιος ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δεν παρέλειψε, κατά τη συνάντηση που είχε με τους πρέσβεις της ΕΕ στην Άγκυρα στις 12 Ιανουαρίου, να υποστηρίξει πως Ελλάδα και Κύπρος «καταχρώνται» την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο βωμό διμερών ζητημάτων όπως είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.

Οι Τούρκοι βέβαια από την πλευρά τους γνωρίζουν πολύ καλά τι θέλουν από την ΕΕ, όπως φάνηκε και κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο Ερντογάν στις 9 Ιανουαρίου με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: την επικαιροποίηση της συμφωνίας του 2016 για το προσφυγικό (με τον εκπρόσωπο της Κομισιόν Έρικ Μάμερ να αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα θέμα που είναι «υπό συζήτηση»), την απελευθέρωση της βίζας, τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης, και τη διεθνή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο.

Οι Τούρκοι, λοιπόν, ξέρουν τι θέλουν. Και αυτά δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Το ερώτημα είναι εάν οι Ευρωπαίοι ξέρουν τι μπορούν να προσφέρουν, ειδικά σε μια χρονιά γερμανικών ομοσπονδιακών εκλογών όπως είναι η τρέχουσα και αν εμείς στην Ελλαδα ξέρουμε τι θέλουμε από τις διερευνητικές και αν φυσικά, είμαστε έτοιμοι με σχέδιο να αντιμετωπίσουμε κάθε δήθεν «διπλωματική» ή άλλη επικίνδυνη ακροβασία της άλλης μεριάς.

Οι διερευνητικές, λοιπόν, ξεκινάνε.

Η Ελλάδα διαχρονικά χτίζοντας περιφερειακές συμμαχίες και ενισχύοντας την αμυντική της δυναμική, ήταν και παραμένει υπέρ του διαλόγου με την Τουρκία για τα θέματα των θαλασσίων ζωνών. Αυτή είναι, άλλωστε και η πάγια εθνική μας γραμμή.
Διάλογος πρέπει και είναι καλό να γίνεται, έτσι άλλωστε οι λαοί προχωράνε την ειρηνική τους συνύπαρξη και γειτνίαση. Θυμίζω ότι η Τουρκία ήταν αυτή που αφενός διέκοψε τις διερευνητικές επαφές το 2016 και αφετέρου προσθέτοντας θέματα στην ημερήσια διάταξη, με αυτό τον τρόπο, υπονομεύει τον διάλογο. Διάλογος με παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων δεν νοείται. Η Άγκυρα οφείλει να σταματήσει οριστικά τις παράνομες αυτές ενέργειες. Αλλά οφείλει και η Ελληνική κυβέρνηση να ενημερώνει τα κόμματα της αντιπολίτευσης για τα μείζονα αυτά θέματα της εξωτερικής πολιτικής, κάτι που δεν γίνεται.

Και επειδή η πολιτική έχει και τη σημειολογία της, η επανέναρξη των διερευνητικών στην επέτειο της συμπλήρωσης των 200 ετών από την επανάσταση του 1821, έχει τη σημασία της, ειδικά για τους χαμένους. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται κάτι.

Οφείλει να προετοιμάσει και να διεκδικήσει όσα εδραιώνουν σε βάθος χρόνου τα συμφέροντά μας.

Ως πότε η διεθνής κοινότητα θα βλέπει τον κ. Ερντογάν να μεταχειρίζεται την Αγία Σοφία και τη Μονή της Χώρας, ως τζαμί; Άλλωστε, οι διεθνείς συνθήκες προσφέρουν επιχειρήματα και για να διαφυλάξεις και για να διεκδικήσεις όσα δικαιούσαι.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Μιχάλης Κατρίνης: «Το μη χείρον βέλτιστον;»Γιώργος Μπουλμπασάκος: «Ασκήσεις ισορροπίας»