Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Ομιλία Κώστα Σκανδαλίδη στη Συζήτηση για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μέσα στο κλίμα των ημερών και στον λίγο χρόνο που διαθέτω, θέλω να θέσω τρία καίρια ερωτήματα που αφορούν τη δημοκρατία, την πορεία της χώρας και το προοδευτικό κίνημα.

Αναρωτηθήκατε ποτέ, κύριοι συνάδελφοι, με όσα ζούμε τις τελευταίες ημέρες, πού πάει η δημοκρατία μας; Εμένα δεν μου αρέσουν οι λέξεις «αποστασία» κ.λπ. Δεν τα συζητάω και δεν μου αρέσει να τα λέω. Όμως, λόγω του ότι η πολιτική μας ζωή έχει εξελιχθεί σε ένα απίστευτο παζάρι.  Ότι οι Βουλευτές φεύγουν από τα κόμματά τους και αλλάζουν στάση σε κρίσιμα ζητήματα, που αφορούν το μέλλον του τόπου. Ότι κόμματα διαλύονται, καθώς γίνονται στόχοι επιθετικών συγχωνεύσεων. Ότι η πολιτική εξαντλείται στο μέτρημα «κουκιών» και συσχετισμών. ’Οτι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι από όλα αυτά είναι ειλικρινές και αληθές και τι κρύβει αφανή παρασκήνια και σκηνοθετημένες ρήξεις. Ο λαός που εδώ και πολλά χρόνια είναι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στην πολιτική και το κομματικό σύστημα εξωθείται ολοένα και περισσότερο στην απόλυτη απόρριψη. Οι πολίτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν πιστεύουν τίποτε από όσα ακούν και βλέπουν. Το θέαμα που εμφανίζουμε με τόση ένταση, τόσες προσωπικές προσβολές και αντιπαραθέσεις, τόσους αδιανόητους διαξιφισμούς, δεν έχει θεατές ούτε το 20% του λαού. Ο τόπος βιώνει μετά από πολλά χρόνια, δυστυχώς, πρόβλημα δημοκρατίας και ο κύριος, αν όχι αποκλειστικά υπεύθυνος γι’ αυτό είναι η πρακτική της εξουσίας, ο τρόπος που κυβερνιέται η χώρα τον τελευταίο καιρό.

Η πρακτική της χειραγώγησης των θεσμών, η λογική της κατάληψης, της οικειοποίησης του κράτους, η σύμφυση με τα νέα και παλαιά οικονομικά κατεστημένα, η κατάργηση της ανεξαρτησίας των συνταγματικά κατοχυρωμένων εξουσιών είναι ένα πολύ κακό μήνυμα για τη δημοκρατία μας. Κορυφαίο παράδειγμα είναι ο τρόπος χειρισμού των τελευταίων ημερών.

Εγώ θεωρώ ότι είναι η πρόθεση του Πρωθυπουργού και νομότυπη και συνταγματικά θεμιτή. Θα μπορούσε, όμως, να είναι λίγο πιο γενναία. Γιατί όταν θέτεις ένα θέμα εμπιστοσύνης για μια Κυβέρνηση η οποία έχει χάσει ουσιαστικά τον έναν από τους δύο εταίρους που την συνέθεταν και που είχε τη λαϊκή εντολή, σημαίνει ή ότι φτιάχνεις μια καινούργια κυβέρνηση και τη φέρνεις στη Βουλή για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης ή προκηρύσσεις εκλογές.

Εγώ στα πρόσωπα των σημερινών Υπουργών δεν βλέπω καμία  καινούργια Κυβέρνηση. Εγώ δεν μιλάω για «ρετάλια», δεν με αφορούν αυτές οι λέξεις. Όμως, δεν είναι μία νέα Κυβέρνηση και δεν είναι συνταγματικά εντάξει ο Πρωθυπουργός, όταν σήμερα ερχόμενος μετά από αυτήν την εξέλιξη δεν σχημάτισε την νέα  Κυβέρνησή του. Γεγονός που δείχνει ότι και αυτό μπορεί να κρύβει ένα παζάρι συζητήσεων του τύπου ποιους θα βάλω, ποιους δεν θα βάλω, να μην στεναχωρηθεί ο άλλος κ.ο.κ.

Είμαστε σε πολύ κρίσιμη φάση για να είναι τα κριτήρια  της πολιτικής μας πράξης τέτοιου επιπέδου. Πιστεύω λοιπόν ότι είμαστε εν αταξία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι, έτσι όπως οργανώσαμε την πολιτική και τις σχέσεις μας, πού οδηγείται η χώρα. Η χώρα πάει σε εκλογές στα τυφλά, χωρίς να τίθενται επί τάπητος τα πραγματικά προβλήματα και κυρίως οι διαστάσεις που παίρνουν αυτή την γκρίζα, άδηλη και ρευστή εποχή.

Καμία ουσιαστική απάντηση δεν πήραμε από τον Πρωθυπουργό στα καίρια ερωτήματα: Γιατί δεν βγήκε η χώρα στις αγορές; Γιατί τα πλεονάσματα δεν βγαίνουν από την ανάπτυξη, αλλά από την άγρια φορολογία; Γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα, πέρα από τις ευκαιριακές επιλογές, για ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση των αρνητικών όψεων των συμφωνιών και δεσμεύσεων που έχει υπογράψει η Κυβέρνησή του;

Για όλα αυτά δεν ευθύνεται μόνο η αδιέξοδη πολιτική της Κυβέρνησης, η έλλειψη συνεκτικού σχεδίου, η πολιτική των παροχών ως μέτρα  φιλανθρωπίας. Δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και ο διχασμός, ο εσωτερικός διχασμός που αδυνατίζει τη θέση της χώρας. Είναι οι επιλεκτικές συγγένειες ή οι νέες φιλίες, που επιτρέπουν να μας παίζουν οι ξένοι μόνο ανάλογα με το συμφέρον τους. Είναι η αδυναμία να αρθρώσουμε έναν συνεκτικό εθνικό λόγο, μια συμφωνημένη στρατηγική ως χώρα, να δώσουμε από κοινού απαντήσεις σε κρίσιμα διαρθρωτικά προβλήματα που μας κρατούν καθηλωμένους τόσα χρόνια.

Μακριά από εμένα η κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών που χωρίζουν τις δυνάμεις της προόδου με τις δυνάμεις της συντήρησης. Όμως, δεν καταλαβαίνω γιατί η αλλαγή στο κράτος, η μακροχρόνια στρατηγική για την παιδεία, η συμμετοχή όλων των εθνικών  δυνάμεων στη διαπραγμάτευση που γίνεται με τους εταίρους μας δεν είναι εφικτή, δεν ήταν εφικτή και δεν κυνηγήθηκε ποτέ.

Το πιο σημαντικό και πρόσφατο παράδειγμα είναι η Συμφωνία με τα Σκόπια. Είπε προηγουμένως ο κ. Βενιζέλος πάρα πολύ σωστά πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετική και να καλύπτει και τα τρία κενά που έχει η Συμφωνία. Και αν αυτό γινόταν μέσα από μία διαδικασία εθνικής συνεννόησης, μέσα από διαδικασία διακομματικής συνεννόησης, μέσα από μια πορεία, βήμα με βήμα να διαμορφώνεται ο εθνικός συσχετισμός που διαπραγματεύεται το συμφέρον της χώρας, δεν θα φτάναμε εδώ. Θα είχαμε σήμερα μια Συμφωνία που όλη η Βουλή θα ψήφιζε και με τα δέκα της δάχτυλα. Δεν έγινε αυτό. Επιλέξαμε τον άλλο δρόμο που μας κρατά καθηλωμένους  -επαναλαμβάνω- όλα αυτά τα χρόνια.

Και μετά από όλα αυτά, τι θα γίνει την επόμενη μέρα; Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι προφανές. Ο επίδοξος Πρωθυπουργός θα πάρει δώρο την ψηφισμένη από την παρούσα Βουλή Συμφωνία με τα Σκόπια, για να μην τη βρει στον δρόμο του. Και ο απερχόμενος Πρωθυπουργός θα κερδίσει λίγους μήνες που χρειάζονται για να βελτιώσει το μέγεθος της ήττας. Εν τω μεταξύ, απαλλαγμένος από τον ακροδεξιό συνεταίρο του, θα προβάλλει το κεντροαριστερό προφίλ.

Και εδώ έρχεται το ερώτημα τι είναι προοδευτικό και τι είναι συντηρητικό. Είναι προοδευτικό η άκριτη υποταγή στα κελεύσματα της συντηρητικής ευρωπαϊκής ηγεσίας, οι άκαιρες και τυφλές ρήξεις που οδηγούν τη χώρα σε περιπέτειες; Είναι προοδευτικό οι λεονταρισμοί απέναντι στις αγορές, η ανεγκέφαλη απόρριψη της πιστοληπτικής γραμμής στήριξης σε μια εποχή συνολικών αρνητικών διεθνών και ευρωπαϊκών εξελίξεων; Είναι προοδευτικό η άνιση και άδικη κατανομή του πλούτου και η άγρια φορολογία; Είναι προοδευτικό η χειραγώγηση των θεσμών, η κατάργηση του κράτους, η δήθεν σύγκρουση με τα κατεστημένα συμφέροντα; Είναι προοδευτικό η ατέρμονη σκανδαλολογία, η συνειδητή δίωξη πολιτικών αντιπάλων, η ολοκληρωτική αντίληψη που μετατρέπει την ατομική σε συλλογική ευθύνη;

Δεν είναι τίποτε από όλα αυτά προοδευτικό.

Προοδευτικό θα ήταν κοινοί εθνικοί στόχοι, προοδευτικό θα ήταν μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να δώσει απάντηση στα μεγάλα προβλήματα μιας ευρύτατης δυνατής κοινοβουλευτικής και λαϊκής εκπροσώπησης. Προοδευτικό θα ήταν να μπορέσει αυτή η χώρα να μεταβεί από το χθες στο αύριο. Δυστυχώς, όλοι μας είμαστε προσηλωμένοι στο χθες, κοιτάμε το χθες και συγκρουόμαστε για το χθες. Πάντα εδώ η συζήτηση γίνεται για το ποιος έχει δίκιο και το ποιος έχει άδικο, όχι για το τι πρέπει να γίνει και πώς πρέπει να γίνει και πώς όλοι οι Έλληνες μπορούμε να το υποστηρίξουμε.

Άρα, το διακύβευμα -και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε- των εκλογών είναι ένα: Από τη μία μεριά είναι ένα διχαστικό δικομματικό δίπολο που οδηγεί τη χώρα στα αδιέξοδα, που απλά θέλει μια απλή εναλλαγή στην εξουσία και από την άλλη μεριά είναι μια νέα ενότητα του ελληνισμού, που μπορεί να χαράξει μια νέα πορεία.

Όπως λέει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αξίζουμε καλύτερα και έχει δίκιο. Όπως λέει ο Αλέξης Τσίπρας, δίκαιη ανάπτυξη χρειαζόμαστε και έχει δίκιο. Ούτε το ένα ούτε το άλλο έχει δείξει η ιστορία ότι μπορεί να γίνει χωρίς την παρουσία, τον πρωταγωνιστικό ρόλο της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης, η οποία σε πείσμα όλων αυτών που ζούμε αυτές τις μέρες θα επιδιώξει αυτόν τον μόνο στόχο και δρόμο που έχει: Την πολιτική ανατροπή και την προοδευτική διακυβέρνηση. Για να ξανανιώσουν οι Έλληνες αξιοπρεπείς και η Ελλάδα υπερήφανη.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

fofi-gennimataΛεωνίδας Γρηγοράκος