Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

«Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι πρωτίστως πολιτικό»

Στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος τοποθετήθηκε ο βουλευτής Λάρισας, Κώστας Μπαργιώτας, κατηγορώντας την κυβέρνηση για συνταγματικό λαϊκισμό. Συγκεκριμένα, είπε «Με την έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα άρχισε μια συζήτηση η οποία αφορούσε τη συνταγματική αλλαγή, καθώς από πολλούς -όχι μόνο από την Αριστερά- υπήρχε η πίστη ή προωθούνταν η ιδέα ότι η συνταγματική αλλαγή θα αποτελέσει ένα είδος πανάκειας, η οποία από μόνη της θα αλλάξει τα κακώς κείμενα και θα οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση. Από το άρθρο 86, που συμφωνούμε όλοι πλέον στην αλλαγή του, μέχρι τις απίθανες τροποποιήσεις που ακούσαμε και αφορούσαν το πολιτειακό -θυμίζω ότι μέχρι και τη θέσπιση «Άνω Βουλής» στη Θεσσαλονίκη έχουμε ακούσει ως προτάσεις αλλαγής του Συντάγματος τα προηγούμενα χρόνια- επικράτησε για πάρα πολλά χρόνια στη χώρα αυτό που προσφυώς ο κ. Βενιζέλος χαρακτηρίζει συνταγματικό λαϊκισμό. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι πρωτίστως πολιτικό. Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αλλάξουν στο Σύνταγμα και να αναθεωρηθούν, όμως το μεγάλο πρόβλημα, ειδικά μέσα στην κρίση, είναι ότι οι κυβερνήσεις αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν πλειοψηφίες όχι μόνο στη Βουλή αλλά και στην κοινωνία για να προχωρήσουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βγάλουν τη χώρα από την κρίση και θα την οδηγήσουν στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας και η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα».

Στη συνέχεια, τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16 «Στη χώρα λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Επίσης, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες φοιτητές κάθε χρόνο που βγαίνουν στο εξωτερικό και φέρνουν στη χώρα πτυχία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η Κύπρος, πολύ κοντά σε μας, την τελευταία πενταετία έχει μία τρομακτική, μία εκρηκτική ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με βάση τη δημιουργία δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων και απορροφώντας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό Ελλήνων φοιτητών και ελληνικού συναλλάγματος. Όλα αυτά είναι πραγματικότητες, τις οποίες δεν μπορούμε να αγνοούμε και πρέπει να τις δούμε. Είναι απαραίτητο να επιτρέψουμε τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια όχι μόνο ως αναγνώριση της πραγματικότητας, αλλά και για να αναστρέψουμε το κύμα μετανάστευσης -αν πραγματικά θέλουμε να μιλάμε για αναστροφή του brain drain, δεν είναι μόνο οι φοιτητές, αλλά είναι και οι διδάσκοντες που βγαίνουν- και για την ανάδειξη της χώρας σε εκπαιδευτικό πόλο στην περιοχή. Κυρίως όμως πρέπει να αλλάξουμε το άρθρο 16 για τη ρύθμιση του χαοτικού τοπίου που υπάρχει σήμερα. Είναι υποκρισία η άρνηση της διατήρησης εν ονόματι οποιασδήποτε ιδεολογικής επίκλησης, καθώς η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί είναι διαφορετική. Και επιτέλους, το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν κινδυνεύει από την ίδρυση μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων. Κινδυνεύει από θύλακες εντός του, οι οποίοι δεν ξέρουν τι θα πει citation και δεν ξέρουν τι θα πει πρωτότυπη έρευνα» είπε χαρακτηριστικά.

Τέλος, αναφέρθηκε στη στάση που θα κρατήσει το Κίνημα Αλλαγής στην ψηφοφορία «Η θέση μας είναι καθαρή: Κανένα άρθρο δεν πρέπει να πάρει πάνω από εκατόν εβδομήντα εννέα ψήφους σε αυτήν τη Βουλή, έτσι ώστε μεσολαβούσης της λαϊκής ετυμηγορίας και με δεδομένο ότι στην επόμενη Βουλή όλες οι αλλαγές πρέπει να γίνουν με αυξημένη πλειοψηφία, η συνταγματική αναθεώρηση να προχωρήσει με τον τρόπο που πρέπει να προχωρήσει, δηλαδή με συναινετικές διαδικασίες και χωρίς να έχει το μάτι σε εσωκομματικές και μικροκομματικές σκοπιμότητες, όπως πολύ φοβάμαι κάνει και η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Μπαργιώτα:

Με την έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα, σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε μια συζήτηση η οποία αφορούσε τη συνταγματική αλλαγή, καθώς από πολλούς -όχι μόνο από την Αριστερά, είναι η αλήθεια, αλλά και από άλλους χώρους- υπήρχε η πίστη ή προωθούνταν η ιδέα ότι η συνταγματική αλλαγή θα αποτελέσει ένα είδος πανάκειας, η οποία από μόνη της θα αλλάξει τα κακώς κείμενα και θα οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Από το άρθρο 86, που συμφωνούμε όλοι πλέον στην αλλαγή του, μέχρι τις απίθανες τροποποιήσεις που ακούσαμε και αφορούσαν το πολιτειακό -θυμίζω ότι μέχρι και τη θέσπιση «Άνω Βουλής» στη Θεσσαλονίκη έχουμε ακούσει ως προτάσεις αλλαγής του Συντάγματος τα προηγούμενα χρόνια- επικράτησε για πάρα πολλά χρόνια στη χώρα αυτό που προσφυώς ο κ. Βενιζέλος χαρακτηρίζει συνταγματικό λαϊκισμό και από τον οποίο ευτυχώς λίγα πράγματα απομένουν. Συμπυκνώνονται, όμως, κατά τη γνώμη μου, τόσο στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του άρθρου 32 και την εκλογή και προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και στη λογική των δημοψηφισμάτων με τον τρόπο που τη βάζει.

Από την εποχή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ακολούθησε για πολύ καιρό ο αναπόφευκτος, πολύ φοβάμαι, για τις Κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εκφυλισμός της διαδικασίας: Πάρτι στο προαύλιο της Βουλής με αντικείμενο τη συνταγματική αναθεώρηση, road show ανά την Ελλάδα, Επιτροπές Συνταγματικής Αναθεώρησης, διάλογος που ποτέ δεν έγινε, ακόμη και αναφορά σε δημοψηφισματικού τύπου αλλαγή του Συντάγματος -μέσω δημοψηφίσματος δηλαδή-, για να καταλήξουμε εδώ που καταλήξαμε, ουσιαστικά σε μια βραχύτατη περίοδο συζήτησης στη διάρκεια της Επιτροπής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, που ήταν εξαιρετικά μικρή και τη συζήτηση του όλου θέματος στη Βουλή σε ένα πραγματικά κακό κλίμα, καθώς μετά από όσα είδαμε τις προηγούμενες εβδομάδες σε αυτή τη Βουλή, που αφορούσαν την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση, την αποχώρηση των ΑΝΕΛ κλπ., και τη νέα πλειοψηφία για τις «Πρέσπες», αυτό που μόνο με τη λέξη «νταλαβέρι» μπορεί να χαρακτηρισθεί, είδαμε χθες ακόμη μια φορά, με αντικείμενο αυτή τη φορά τη συνταγματική αλλαγή, τις «ντρίπλες» εδώ όπου όταν η Αντιπολίτευση δήλωσε ότι θα ψηφίσει την πρόταση της Κυβέρνησης, η Κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα ψηφίσει τη δικιά της πρόταση επειδή την ψηφίζει η Αντιπολίτευση. Αυτό είναι ένα απίστευτο μπέρδεμα το οποίο, όπως και η προσπάθεια να δεσμευτεί σώνει και καλά η επόμενη Βουλή από σήμερα για τις κατευθύνσεις της Αναθεώρησης, δεν βοηθάει ούτε στην επίτευξη συγκλίσεων που χρειάζονται για μια πραγματικά επιτυχημένη και στέρεη διαδικασία Αναθεώρησης εκ μέρους της Βουλής και μετατρέπει, πολύ φοβάμαι, όπως έγινε και με την περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ένα μεγάλο και σημαντικό θέμα, όπως είναι η Αναθεώρηση εκ μέρους της Βουλής, σε εργαλείο άσκησης εσωτερικής πολιτικής αντί της ευκαιρίας για την Αναθεώρηση.

 Η θέση μας είναι καθαρή εδώ: Κανένα άρθρο δεν πρέπει να πάρει πάνω από εκατόν εβδομήντα εννέα ψήφους σε αυτήν τη Βουλή, έτσι ώστε μεσολαβούσης της λαϊκής ετυμηγορίας και με δεδομένο ότι στην επόμενη Βουλή όλες οι αλλαγές πρέπει να γίνουν με αυξημένη πλειοψηφία, η συνταγματική αναθεώρηση να προχωρήσει με τον τρόπο που πρέπει να προχωρήσει, δηλαδή με συναινετικές διαδικασίες και χωρίς να έχει το μάτι σε εσωκομματικές και μικροκομματικές σκοπιμότητες, όπως πολύ φοβάμαι κάνει και η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως, πολύ επιγραμματικά το έβαλε ο κ. Βενιζέλος, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι πρωτίστως πολιτικό. Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αλλάξουν στο Σύνταγμα και να αναθεωρηθούν, όμως το μεγάλο πρόβλημα, ειδικά μέσα στην κρίση, είναι ότι οι κυβερνήσεις αποτυγχάνουν να αξιοποιήσουν τα συνταγματικά πλαίσια και τις δυνατότητες που παρέχει η σημερινή δημοκρατία, η δημοκρατία μας όπως λειτουργεί, για να εξασφαλίσουν πλειοψηφίες όχι μόνο στη Βουλή αλλά και στην κοινωνία για να προχωρήσουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βγάλουν τη χώρα από την κρίση και θα την οδηγήσουν στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας και η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα. Πλανώνται όσοι πιστεύουν ότι αλλάζοντας ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας θα λυθούν ως διά μαγείας τα προβλήματα ή αλλάζοντας το άρθρο 16. Σπεύδω να δηλώσω ότι είμαι υπέρ της αλλαγής του υφιστάμενου άρθρου 16, όμως δεν θα λύσει το πρόβλημα της τριτοβάθμιας παιδείας από μόνο του. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν στη χώρα για να μπορέσουμε να τα ξεπεράσουμε και δεν είναι η πανάκεια το Σύνταγμα.

Ωστόσο, χρειάζεται και προσαρμογή και αναθεώρηση τόσο λόγω των διδαγμάτων που έχουν αντληθεί τα τελευταία χρόνια από την εφαρμογή των υφιστάμενων διατάξεων, όσο και προσαρμογή σε νέες πραγματικότητες σε μια χώρα, υπενθυμίζω, η οποία μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πρέπει και το Σύνταγμά της να ακολουθεί την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, γιατί αλλιώς δημιουργούνται προβλήματα.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι αν είναι κάτι στο οποίο συμφωνούμε σήμερα είναι η σταθεροποίηση του κυβερνητικού κύκλου. Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος χρησιμοποίησε -στην πραγματικότητα ήταν ο μόνος- τη συνταγματική πρόβλεψη για διάλυση της Βουλής σε περίπτωση μη δυνατότητας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως έγινε το 2014, φαίνεται ότι σήμερα συμφωνεί πως είναι απαραίτητο να περάσουμε σε έναν τρόπο εκλογής του Προέδρου που να μην συνεπάγεται αυτόματα τη διάλυση της Βουλής.

Όμως, τα παιχνίδια που είδαμε χθες, δηλαδή ουσιαστικά η ψήφιση, η θεσμοθέτηση, η προσπάθεια αναθεώρησης του Συντάγματος με το μυαλό και το μάτι και των δύο μεγάλων κομμάτων στις προεδρικές εκλογές του 2020 και τις μικροκομματικές επιδιώξεις τους, είναι απαράδεκτος τρόπος για να παρέμβει κανείς σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Η αναθεώρηση του άρθρου 32 πρέπει να γίνει με γνώμονα κυρίως την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική Βουλή και σε συνδυασμό με την πρόταση που έχουμε κάνει, έτσι ώστε η διάλυση της Βουλής και η προσφυγή σε κάλπες για εθνικό θέμα να γίνεται μόνο με αυξημένη πλειοψηφία και να δημιουργηθεί ένας κυβερνητικός κύκλος ο οποίος θα σώσει τη χώρα από τη διαρκή εκλογολογία και από την αστάθεια που παράγεται από όλο αυτό όχι μόνο στο πολιτικό αλλά και στο οικονομικό επίπεδο.

 Επίσης πρέπει να δούμε τις αναθεωρήσεις που χρειάζονται με ρεαλισμό και με βάση τις νέες πραγματικότητες. Δεν χρειάζονται ιδεοληψίες και δεν χρειάζονται εμμονές.

(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)

Ένα λεπτό, κύριε Πρόεδρε.

Η περίπτωση του άρθρου 16 είναι αυτή. Στη χώρα λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Λειτουργούν πανεπιστήμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα σε μία πραγματικά γκρίζα ζώνη, η οποία δεν ελέγχεται ακριβώς γιατί το άρθρο 16 έρχεται σε αντίφαση με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στη χώρα υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες φοιτητές κάθε χρόνο, που βγαίνουν στο εξωτερικό και φέρνουν στη χώρα πτυχία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η Κύπρος, πολύ κοντά σε μας την τελευταία πενταετία, έχει μία τρομακτική, μία εκρηκτική ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με βάση τη δημιουργία δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων και απορροφώντας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό Ελλήνων φοιτητών και ελληνικού συναλλάγματος. Όλα αυτά είναι πραγματικότητες, τις οποίες δεν μπορούμε να αγνοούμε και πρέπει να τις δούμε.

Έτσι λοιπόν, είναι απαραίτητο να επιτρέψουμε τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια όχι μόνο ως αναγνώριση της πραγματικότητας, αλλά και για να αναστρέψουμε το κύμα μετανάστευσης -αν πραγματικά θέλουμε να μιλάμε για αναστροφή του brain drain, δεν είναι μόνο οι φοιτητές, αλλά είναι και οι διδάσκοντες που βγαίνουν- και για την ανάδειξη της χώρας σε εκπαιδευτικό πόλο στην περιοχή. Κυρίως όμως πρέπει να αλλάξουμε το άρθρο 16 για τη ρύθμιση του χαοτικού τοπίου που υπάρχει σήμερα και το οποίο δεν επιτρέπει καν τον ποιοτικό έλεγχο της υφιστάμενης κατάστασης.

 Είναι υποκρισία η άρνηση της διατήρησης εν ονόματι οποιασδήποτε ιδεολογικής επίκλησης, καθώς η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί είναι διαφορετική. Και επιτέλους, το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν κινδυνεύει από την ίδρυση μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων. Κινδυνεύει από θύλακες εντός του, οι οποίοι δεν ξέρουν τι θα πει citation και δεν ξέρω τι θα πει πρωτότυπη έρευνα. Αυτό θα βελτιωθεί με τη δημιουργία μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων.

Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, για τον χρόνο.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Βασίλης Κεγκέρογλου : Αναθεώρηση με πλήρη έλλειψη συνεννόησης