Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Ομιλία του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΚΙΝΑΛ κ. Κώστα Σκανδαλίδη στη συζήτηση της ολομέλειας της Βουλής του σχεδίου νόμου «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης».

Επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου θεωρώ όχι μια μεγάλη πρωτοβουλία τη συμμετοχή μας στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Είναι μια υποχρέωσή μας αυτονόητη και ουσιαστική και είναι πάρα πολύ θετικό το ότι γίνεται αυτή τη στιγμή για τις ευρύτερες εξελίξεις που έχουν σχέση με την υπόθεση της δικαιοσύνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όσον αφορά τα συγκεκριμένα ερωτήματα που τίθενται η ανάγκη αύξησης των οργανικών θέσεων δεν αφορά μονάχα τα ανώτατα δικαστήρια, αφορά και τις παρακάτω δομές της δικαιοσύνης, κυρίως τις παρακάτω δομές της δικαιοσύνης, αν θέλουμε να μιλάμε επί της ουσίας για καλυτέρευση και βελτίωση των διαδικασιών της.

Η έκδοση των δικογράφων είναι μια παράξενη επιλογή, που εκ των πραγμάτων περιστέλλει τη δικαστική προστασία. Από τη στιγμή που υπάρχει η περίληψη, πρέπει να αφήσουμε ελεύθερους τους ανθρώπους να πουν αυτό με το οποίο πιστεύουν ότι προστατεύονται σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, γιατί είναι μια παράλογη και πολύ μικρή για τη χρησιμότητά της επιλογή.

Οι κατά παρέκκλιση διατάξεων αποσπάσεις και οι διορισμοί και τα λοιπά είναι μια πάγια τακτική της Κυβέρνησης. Διαφωνούσαμε, διαφωνούμε, θα διαφωνούμε συνεχώς, διότι ειλικρινά δεν ταιριάζει σε μια σύγχρονη διακυβέρνηση και ενός επιτελικού κράτους διαδικασίες ουσιαστικά επιλογής από τα πάνω και με κριτήρια καθαρά κομματικά ανθρώπων που απασχολούνται και ασκούν μια δημόσια υπηρεσία.

Και τέλος, η παραχώρηση των καταστημάτων κράτησης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είναι και οπισθοδρομική και παράλογη. Νομίζω ότι δεν υπάρχει σε καμία χώρα και αποτελεί μια επιλογή που δείχνει μια ευρύτερη νοοτροπία που έχει σχέση με τον τρόπο που διαχειρίζεται συνολικά τα πράγματα του δημόσιου χώρου η Κυβέρνησή σας.

Κύριε Υπουργέ, είναι μια αποσπασματική νομοθέτηση –όπως, προφανώς, φαντάζομαι ότι παραδέχεστε και εσείς- και είναι μια αποσπασματική νομοθέτηση, όπως σε όλα τα θέματα. Η λειτουργία της δικαιοσύνης είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει σήμερα η δημόσια διοίκηση στη χώρα μας, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει το κράτος δικαίου, γιατί αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου.

Είναι φανερό ότι με τέτοιες παρεμβάσεις μικρού τύπου δεν βελτιώνεται η κατάσταση.

Πρέπει να σας ομολογήσω ότι όταν ήμουν στο Υπουργείο των Εσωτερικών και είχαμε φτιάξει τότε τον νόμο για το «πόθεν έσχες», όταν επισκέφτηκα τα δικαστήρια και με πήγαν οι δικαστές εκεί που ήταν αποθηκευμένα τα «πόθεν έσχες» όλων των δημοσίων υπαλλήλων, τους οποίους έπρεπε να εξετάσει η δικαιοσύνη -και όχι η Επιτροπή της Βουλής, γιατί τότε μιλάμε για τα πολιτικά πρόσωπα- τρόμαξα, διότι μόνο ποντίκια μπορούσαν να είναι μέσα εκεί και να φάνε τις συγκεκριμένες αιτήσεις και κανένας έλεγχος, προφανώς, δεν μπορούσε να γίνει.

Από τη στιγμή που η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να προτάξει το οικονομικό έγκλημα, να συζητήσει και να επιταχύνει τη διαδικασία αποφάσεων που αφορά δευτερεύουσες, τριτεύουσες και πεμπτεύουσες υποθέσεις, που δεν έχει το προσωπικό και τη δυνατότητα για να αντιμετωπίσει γρήγορα, αν θέλετε, τα προβλήματα, θα παραμένει και θα λιμνάζει στα ίδια νερά. Η απόλυτη προτεραιότητα αυτής της επιλογής θα απαιτούσε καλύτερη προετοιμασία, πιο τολμηρές πρωτοβουλίες, καλύτερη νομοθέτηση και όχι αποσπασματικά και εμβαλωματικά νομοσχέδια, όπως αυτό που συζητάμε σήμερα.

Με την ευκαιρία αυτή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χθες η κυρία Φώφη Γεννηματά στη συζήτηση με το υγειονομικό προσωπικό της Αττικής πρότεινε πέντε συγκεκριμένα μέτρα άμεσης εφαρμογής σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του προβλήματος που με τόσο έντονο τρόπο ζει η χώρα μας αυτές τις μέρες και αφορά τη δραματική εξάπλωση της πανδημίας.

Τα λέω επιγραμματικά, γιατί νομίζω ότι έχουν κάποιο ενδιαφέρον: Πρώτον, την επίταξη των ιδιωτικών νοσοκομείων και ειδικά των μεγάλων που έχουν πλήρεις δομές, μέσα και ανθρώπινο δυναμικό για να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες, ώστε να συμμετάσχουν σε ενιαίο σχεδιασμό με τους ίδιους όρους με το δημόσιο, την υποχρεωτική ένταξη του προσωπικού τους, καθώς και την ένταξη και των στρατιωτικών νοσοκομείων στον σχεδιασμό.

Δεύτερον, την υποχρεωτική ένταξη ιδιωτών γιατρών με συγκεκριμένες ειδικότητες, όπως πνευμονολόγων, παθολόγων και λοιπά, στα δημόσια νοσοκομεία για την κάλυψη των αναγκών στις νέες covid κλινικές που δημιουργούνται με τη συμβολή του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου.

Τρίτον, πολλαπλασιαμός των τεστ που διενεργούνται στον πληθυσμό με σωστή ιχνηλάτηση των κρουσμάτων, εξασφάλιση rapid test για όλους τους μη covid ασθενείς που εισάγονται στα νοσοκομεία και τους συνοδούς τους, ώστε να μη μολύνονται εκεί.

Τέταρτον, άμεση λειτουργία κλιμακίων της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με τη συμμετοχή και ιδιωτών ιατρών και ειδικά αυτών που έχουν σύμβαση με τον ΕΟΠΥΥ για επίσκεψη στα σπίτια ασθενών-covid, ώστε να αποσυμφορηθούν τα νοσοκομεία.

Πέμπτον, δημιουργία ειδικού συντονιστικού κέντρου ικανού να παρέχει υποστήριξη και οδηγίες στους γιατρούς των νοσοκομείων και στα κλιμάκια της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Αυτές οι προτάσεις, όμως, είναι η απόληξη ενός εθνικού σχεδίου ενός σχεδίου που συντονίζεται, που είναι ολοκληρωμένο, που έχει συγκεκριμένα βήματα και προγραμματίζει τις ανάγκες πριν ακόμα εμφανιστούν τα ίδια τα δεδομένα, ενός σχεδίου που δεν υπάρχει σε μια πολιτική «ακορντεόν» που ακολουθεί σήμερα και για τόσο καιρό η Κυβέρνηση του «βλέποντας και κάνοντας».

Είχα διαβάσει κάτι που είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό: Όταν κλείνεις την αγορά στα τριακόσια πενήντα κρούσματα και την ξανανοίγεις στα τρεις χιλιάδες πεντακόσια κρούσματα και μάλιστα με πληρότητα μέχρι 98%, ή είναι ομολογία αποτυχίας ή υποτιμάς τη νοημοσύνη του λαού και των πολιτών που κυβερνάς. Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει την αποτυχία της συγκεκριμένης πολιτικής της Κυβέρνησης, που με τόση αυταρέσκεια παρουσιάσει κάθε μέρα η Κυβέρνηση και με τόσο, αν θέλετε, «εγκιβωτισμό» των επιχειρημάτων της σε μια στερεότητα ότι «όλα πάνε καλά», «όλα λύνονται» και «όλα αντιμετωπίζονται».

Και βέβαια, αυτό έρχεται σε συνάρτηση με το πολιτικό πρόβλημα που έχει η χώρα. Και το πολιτικό πρόβλημα που έχει η χώρα είναι ότι για να υπάρξει το εθνικό σχέδιο απαιτείται άλλου τύπου διακυβέρνησης, άλλου τύπου ενότητας της λαϊκής βάσης, άλλου τύπου ποιότητας της δημοκρατίας και του δημόσιου διαλόγου, για να δανειστώ τη θεματολογία που ήρθε την προπερασμένη Παρασκευή για συζήτηση στη Βουλή και η οποία εξελίχθηκε μετά, την περασμένη Παρασκευή, στη συζήτηση της πρότασης του κ. Τσίπρα και χθες σε αυτά που ζήσαμε εδώ μέσα με την αντιπαράθεση περί των θεμάτων γενικότερα της πολιτικής και της πανδημίας.

Ζήσαμε κατ’ επανάληψη την αντιπαράθεση σ’ αυτήν την Αίθουσα που αποτελεί την πιο ανάγλυφη και πραγματική εικόνα πολιτικών δυνάμεων και πρακτικών. Ζήσαμε ιδιαίτερα την αντιπαράθεση της περασμένης Παρασκευής και τα απόνερά της στη χθεσινή συνεδρίαση. Ζήσαμε το σκηνικό που φιλοτεχνείται κατά κύριο λόγο από την Κυβέρνηση ως έχουσα διαρκώς την πρωτοβουλία, αλλά και με την αμέριστη συμπαράσταση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ένα σκηνικό παντελώς αναντίστοιχο με τη σοβαρότητα και το μέγεθος των προβλημάτων.

Ζήσαμε τη ρητορική των άκρων στο όνομα της ενότητας. Ζήσαμε τη μονίμως επιστροφή στο χθες, όπως το «τι κάναμε», «τι κάνατε», «τι έκαναν» στο όνομα της πρότασης για το αύριο. Ζητάμε τον συμψηφισμό επιχειρημάτων, όπως ότι φταίνε τα λεωφορεία και οι κλειστοί χώροι, ότι φταίνε οι διαδηλώσεις. Βεβαίως φταίνε οι διαδηλώσεις, όπως βεβαίως φταίνε και οι κλειστοί χώροι και τα λεωφορεία. Όμως, αυτή δεν είναι μια αντιπαράθεση που δίνει απάντηση στο πρόβλημα. Πώς αντιμετωπίζεις τον έρημο πολίτη που δεν μπορεί να κατανοήσει τελικά από πού του έρχεται και η αρρώστια και ο ιός, αλλά και η ανασφάλεια και όλα αυτά που ζει; Ζήσαμε, επίσης, τις προσωπικές αποκαλύψεις και τις ειρωνικές αναφορές.

Χθες εγώ ένιωσα πάρα πολύ άσχημα. Είμαι τριάντα χρόνια σε αυτή την Αίθουσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι όλα αυτά που συζητάμε σε σχέση με αυτό που αντιμετωπίζει η χώρα. Δυστυχώς, είναι το σκηνικό δύο «μονομάχων» σε μια αρένα με θεατές έναν ολόκληρο λαό βυθισμένο στα προβλήματά του, καθηλωμένο στην ιδιώτευσή του και τη διαρκή καραντίνα, σχεδόν παραιτημένο από κάθε νόμιμη διεκδίκησή του και από κάθε κατακτημένο έως τώρα δικαίωμά του, στερημένο από τα απαραίτητα ακόμα και για τις ιδιωτικές του ανάγκες, ανήσυχο και ανασφαλή για την ίδια του τη ζωή. Είναι ένας λαός που θεάται άφωνος το σκηνικό της αντιπαλότητας και της εχθροπάθειας των Αρχηγών.

Ο κ. Μητσοτάκης, ο υπεύθυνος κυβερνήτης της χώρας, βλέποντας τις επιλογές του να αποτυγχάνουν και να διευρύνουν το εθνικό και κοινωνικό αδιέξοδο, καταφεύγει σε αλλεπάλληλα διαγγέλματα ηθικο-πολιτικού περιεχομένου με ηγεμονικά χαρακτηριστικά. Στηρίζεται σε μια δημοσκοπική υπεροπλία που παρά τον επικοινωνιακό καταιγισμό υποστήριξης, άρχισε πρόσφατα να εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές. Όμως, είναι μια υπεροπλία χωρίς βάθος και έρμα, ενώ ασκεί την εξουσία με τρόπο συγκεντρωτικό και τραγικό.

Ο δεύτερος, ο κ. Τσίπρας, έχοντας ως αυτοσκοπό να επανακάμψει σε αυτήν πάση θυσία, αναμιμνήσκεται την εποχή των «αγανακτισμένων» και τα άθλα της πρώτης του νίκης έχοντας την ψευδαίσθηση ότι η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί, χωρίς να υπολογίζει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται μόνο ως φάρσα.

Ο Πρωθυπουργός εκμεταλλεύεται την ανασφάλεια και τα συντηρητικά ανακλαστικά της κοινωνίας προβάλλοντας τον νόμο και την τάξη. Μια κοινωνία που ζει με αυτόν τον φόβο και με αυτή την ανασφάλεια προφανώς και αποδέχεται σε ένα μεγάλο βαθμό αυτή τη λογική. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια όξυνση της αντιπαράθεσης γύρω από πραγματικά δικαιώματα που καταπατούνται και που θα έπρεπε να υπάρχουν και να διασφαλίζονται, αλλά με έναν συγκεκριμένο τρόπο που να μην συγκρούονται με την κοινωνική ανάγκη δημιουργώντας το κλίμα μιας εκμετάλλευσης της δικαιολογημένης αγανάκτησης που υπάρχει σήμερα στον κόσμο.

Κοιτάξτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η διχαστική λογική στο όνομα της ενότητας. Ο τόπος πρέπει να ξαναβρεί τον δρόμο του και ο λαός τον εαυτό του με απόλυτη συναίσθηση ότι σε μια τέτοια κρίση, σε μια τέτοια τρικυμία που περνά η χώρα μόνο μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης μπορεί να βγει το σκάφος σε ήρεμα νερά.

Νομίζω ότι το ίδιο συναίσθημα που ένιωσα χθες εγώ με τη συζήτηση που έγινε στη Βουλή και που ζω όλες τις φορές που γίνεται αυτή η συζήτηση με τον ίδιο επαναλαμβανόμενο και μονότονο τρόπο, πρέπει να νιώθει και η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Έχουμε υποχρέωση ως πολιτικό σύστημα να του δώσουμε μια ριζική απάντηση.

Εμείς, με τις λίγες κοινοβουλευτικά δυνάμεις που έχουμε, καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά εις ώτα μη ακουόντων. Και αυτό δεν είναι δυστύχημα για εμάς, που έτσι κι αλλιώς την προσπάθειά μας θα τη συνεχίσουμε όσο μπορούμε και με καλύτερο τρόπο, αλλά είναι δυστύχημα για την πορεία του τόπου και για το μέλλον αυτού του λαού.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Βασίλης Κεγκέρογλου: «53 χρόνια μετά, ο σύγχρονος αποστάτης αντέγραψε τον παραδοσιακό»Xαρά Κεφαλίδου: «Σε απελπιστική κατάσταση ο κλάδος των ιδιοκτητών Σχολικών Κυλικείων»