Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο του Γιώργου Μπουλμπασάκου, Μέλους Πολιτικού Συμβουλίου Κινήματος Αλλαγής και μέλος της Γραμματείας της Ανανεωτικής  Αριστεράς, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»:

Η κα Γεννηματά, πρώτη εδώ και αρκετό καιρό, έθεσε στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της προοδευτικής διακυβέρνησης. Μάλιστα έθεσε ως όρο και απαράβατη προϋπόθεση την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και την αυτόνομη πορεία και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Κινήματος Αλλαγής.

Ο κος Παπανδρέου στη συνέχεια υποστήριξε την ανάγκη προοδευτικής πρότασης διακυβέρνησης και την ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου στη βάση προγραμματικής συμφωνίας.     

Η κυβέρνηση και η Ν.Δ όμως έχει άλλη γνώμη. Έχοντας επικοινωνιακή υπεροπλία προσπαθεί να πυρπολήσει όλες τις γέφυρες ενδεχόμενης συνεννόησης των αντιπολιτευτικών δυνάμεων. Προφανώς δεν αρκείται στις κυβερνητικές της δάφνες και προσπαθεί να χειραγωγήσει τις εξελίξεις.  Άλλωστε απ’ ότι φαίνεται η Ν.Δ είναι οπαδός του λενινιστικού δόγματος: «ο καλύτερος τρόπος να ελέγχεις την αντιπολίτευση είναι να την καθοδηγείς».

Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α αρκετές φορές  διολισθαίνει σε λαϊκίστικη αντιπολίτευση που απλά παράγει πολιτική ένταση και όξυνση, απουσία όμως της κοινωνίας.

Σε αντίθεση το Κίνημα Αλλαγής, διατηρώντας τον αυτόνομο πολιτικό του λόγο, επιμένει σε προγραμματική αντιπολίτευση, με εμπεριστατωμένες και κοστολογημένες προτάσεις.

Ας επισημάνω όμως ότι αυτή η προσπάθεια της Ν.Δ καθίσταται περιττή, καθώς δυστυχώς αυτό το κατορθώνει μόνος του ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α

Συγκεκριμένα, αυτό γίνεται εμφανές μέσα από κείμενα που κατατέθηκαν στον προ-συνεδριακό διάλογο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Η «Ομπρέλα» αναφέρει στο κείμενό της ότι, καταθέτει προτάσεις πέρα και ακόμα και σε αντίθεση και σε αναθεώρηση του κυβερνητικού έργου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Στην αναζήτηση βέβαια, δεν προκύπτει πουθενά σε ποια συγκεκριμένα ζητήματα αναφέρεται.

Διαπιστώνει ότι πρέπει να γίνει άνοιγμα σε ενεργούς πολίτες και ότι είναι εναντίον των «μεταγραφών» και των συναλλαγών για αξιώματα που δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις.

Πάλι δεν έχει το θάρρος να αναφερθεί συγκεκριμένα και εντυπωσιάζει ότι αυτό που ενοχλεί είναι οι δυσμενείς εντυπώσεις. Δυστυχώς στο κείμενο δεν λείπουν τα αριστερά στερεότυπα και οι ιδεοληψίες της παραδοσιακής αριστεράς.

Η Ριζοσπαστική Εναλλακτική Ενότητα «Ρ.ΕΝ.Ε», λέει ότι δεν επιδιώκει να ενσωματωθεί στην διαχειριστική αντίληψη της σοσιαλ-δημοκρατίας, αλλά σε άλλη παράγραφο επιλέγει να συμβάλλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ενεργά στο εγχείρημα διαμόρφωσης της Ευρωπαϊκής κυβερνητικής Αριστεράς.

Τελικά, να πατάς σε δυο βάρκες είναι αρκετά μεγάλος μπελάς.

Και τα δυο κείμενα μας λένε ότι είναι επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση πλατιάς συμμαχίας από δυνάμεις της Αριστεράς της πολιτικής Οικολογίας και της Κεντρο-Αριστεράς, με  κεντρικό εκφραστή τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α-Προοδευτική Συμμαχία.

Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει είναι γεγονός ότι θίγονται ζητήματα πολιτικών συμμαχιών, χωρίς αναφορές στα πολιτικά υποκείμενα που συγκρότησαν ή καλούνται να συγκροτήσουν αυτές οι συνεργασίες.

Αυτό το γεγονός μου θυμίζει την εξαφάνιση του Τρότσκι από την περίφημη φωτογραφία στην 2η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Πουθενά στα κείμενα δεν υπάρχει Καμμένος και Α.ΝΕ.Λ

Σημειωτέον ότι οι «καμμένοι» είναι στο σημερινό ΣΥ.ΡΙΖ.Α ρεύμα ιδεών.

Επίσης ενώ υπάρχουν αναφορές για όρους συνεργασίας με όμορους χώρους, πουθενά δεν αναφέρεται το Κίνημα Αλλαγής ως πολιτικό κόμμα.

Αγνοείται παντελώς και απουσιάζει κάθε αναφορά. Για να μην αδικήσω την πραγματικότητα δεν συμβαίνει το ίδιο στο κείμενο της “Γέφυρας”.

Το Κίνημα Αλλαγής όμως είναι παρών και δεν υπεκφεύγει. Την προγραμματική βάση την θέτουν τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Εκεί θα αναζητηθούν ριζοσπαστικές λύσεις για την ανάταξη της χώρας. Εκεί  όμως περισσεύει ο εύκολος δημαγωγικός λόγος και θα χρειασθούν μεγάλες συναινέσεις για μία μεταρρυθμιστική καταιγίδα πού χρειάζεται η χώρα. Οι οποιεσδήποτε προγραμματικές συμπτώσεις θα δοκιμαστούν στο πεδίο των πολιτικών διεκδικήσεων του σήμερα και θα προκύψουν από τις μεγάλες προτεραιότητες που θέτουν οι ανάγκες της κοινωνίας του αύριο.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

Κώστας Σκανδαλίδης: «Προοδευτική διακυβέρνηση και μεταρρυθμίσεις»Μιχάλης Κατρίνης: «Η χρόνια παθητικότητα της ελληνικής διπλωματίας»