Σε Άρθρα – Απόψεις

Άρθρο του Γιώργου Καμίνη στην εφημερίδα «Τα Νέα»:

Στις σημερινές συνθήκες, ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει με βάση την κοινή λογική και τη συνέπεια σε αρχές έχει αναλάβει να λύσει μια δύσκολη εξίσωση. Σπάνια άλλωστε ευδοκίμησαν στη χώρα μας παρόμοιες προσπάθειες. Όταν ο πολιτικός ανταγωνισμός κυριαρχείται διαρκώς από το ένστικτο εξόντωσης της αντίπαλης παράταξης, όταν ο πολιτικός αντίπαλος μετατρέπεται σε πολιτικό εχθρό, τη νύφη κατά κανόνα την πληρώνουν οι ενδιάμεσοι «μετριοπαθείς», η αντιπολίτευση της ευθύνης. Πολύ περισσότερο όταν έχει μεσολαβήσει και μια μακρά περίοδος πολυδιάστατης κοινωνικής κρίσης, που στην αρχική της φάση υποδαυλίστηκαν μεγάλες προσδοκίες για να διαψευστούν απότομα μέσα σε μια νύχτα. Το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, η κωλοτούμπα που το ακολούθησε, σε συνδυασμό και με το εν γένει ήθος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ τραυμάτισαν βαθιά τη δημοκρατική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας. Για την ακρίβεια, έπληξαν τη σχέση εμπιστοσύνης που σε κάθε δημοκρατικό καθεστώς συνδέει την κοινωνία με την πολιτική τάξη.  Ποιος λοιπόν σήμερα, και μάλιστα μέσα στη νέα κρίση της πανδημίας, έχει το κουράγιο και την υπομονή να ακούσει τη φωνή της κοινής λογικής που ζητά μια κάποια, έστω και μικρή, πίστωση νηφάλιας σκέψης και αναστοχασμού;

Και όμως, σήμερα η φωνή αυτή υπάρχει και παραδόξως ακούγεται. Παρά τις αντίθετες προβλέψεις και τους ευσεβείς πόθους όσων θα ήθελαν να εξαφανιστεί, το Κίνημα Αλλαγής είναι παρόν και παράγει πολιτική. Δεν πλειοδοτεί στη δημαγωγία που μετέρχονται η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε όμως στέργει να συντριβεί από τις μυλόπετρες του πολωμένου δικομματισμού. ‘Εχει επιλέξει τον μοναχικό δρόμο να ασκεί μια σκληρή μεν αλλά δημιουργική αντιπολίτευση. Τελευταίο παράδειγμα: η πρόταση νόμου που κατέθεσε ως αντιπρόταση στο κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ, μόνο αυτό από όλη την αντιπολίτευση, ώστε να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στην ανώτατη παιδεία χωρίς περιττές συγκρούσεις εν μέσω μιας καταστροφικής πανδημίας. Μια πρόταση που εφαρμόζει την επιταγή του Συντάγματος για «πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ», χωρίς να κλείνει όμως τα μάτια στο πρόβλημα της άσκησης (και ιδίως της απειλής άσκησης) βίας που ταλανίζει εδώ και πολλά χρόνια τα πανεπιστήμια της χώρας.

Το Κίνημα Αλλαγής επενδύει σε αυτήν την πολιτική που απαιτεί υπομονή και επιμονή, γιατί πορεύεται ενάντια στο κυρίαρχο, σήμερα, ρεύμα. ‘Ασκηση ωριμότητας, με την οποία σε προικίζει μια μακρά πρωταγωνιστική παρουσία στην πολιτική ζωή της χώρας. Το Κίνημα Αλλαγής έχει βαθιές ρίζες στη χώρα, καθώς αρδεύεται από την παράδοση του ΠΑΣΟΚ. ‘Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι σε σχέση με τα δύο μεγαλύτερα κόμματα το Κίνημα Αλλαγής έχει δυσανάλογα υψηλό ποσοστό ικανών στελεχών, τα οποία διαρκώς διεκδικούνται τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τη Νέα Δημοκρατία. Στα συνδικάτα και την  τοπική αυτοδιοίκηση, για παράδειγμα, οι επιδόσεις του Κινήματος Αλλαγής είναι εντυπωσιακές, γιατί  υπάρχουν έμπειρα στελέχη, ικανά να επεξεργάζονται και να εφαρμόζουν πολιτικές. Στελέχη που διαμορφώθηκαν μέσα σε μια μακρόχρονη παράδοση μεγάλων πολιτικών μαχών και ιστορικών μεταρρυθμίσεων.  Ακόμη και σήμερα, κάθε μία από τις διακριτές περιόδους της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ αποτελεί οδηγό για πολλά από τα ζητήματα που διαχειριζόμαστε στη Βουλή. Η πρόσφατη πρόταση νόμου για τα ΑΕΙ αλλά και οι βασικοί άξονες της αντιπολίτευσης που ασκήσαμε στο νομοσχέδιο της Νέας Δημοκρατίας εμπνέονται από τον νόμο 4009/2011, νόμο της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου με εισηγήτρια υπουργό την ‘Αννα Διαμαντοπούλου. Η μεταρρυθμιστική επίδραση του ΠΑΣΟΚ στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας είναι καταλυτική.

Αλλά το Κίνημα Αλλαγής δεν αντλεί μόνον από τις θετικές όψεις της παράδοσης του ΠΑΣΟΚ. Αντέχει στις σημερινές συνθήκες πόλωσης, προπάντων γιατί διερμηνεύει την εντολή των 212 χιλιάδων ανθρώπων που προσήλθαν να ψηφίσουν στις εσωκομματικές εκλογές το 2017. Η εντυπωσιακή και εν πολλοίς αναπάντεχη τότε μαζική συμμετοχή οφείλεται και στο μήνυμα αλλαγής και συστράτευσης  που εξέπεμψαν άλλες, ετερογενείς, πολιτικές δυνάμεις της κεντροαριστεράς· υποδήλωνε τον πόθο και πολλών άλλων, εκτός του ΠΑΣΟΚ, δυνάμεων για ένα νέο συλλογικό ξεκίνημα, δεν επιθυμούσε μία επιστροφή στο παρελθόν. 

Ποια χρησιμότητα λοιπόν μπορεί να έχει, στις δεδομένες συνθήκες, η συζήτηση για μια επιστροφή στο ΠΑΣΟΚ; Τι χάσαμε στον δρόμο που θα μας το φέρει αυτή η επιστροφή;  Ποιο είναι το  νόημα μιας αλλαγής ονόματος και συμβόλων όταν δεν  διερμηνεύει, αυτή καθεαυτήν, συγκεκριμένες ιδεολογικές και πολιτικές προτεραιότητες; Οποιαδήποτε πολιτική διαφωνία – και τέτοιες υπάρχουν και καλώς υπάρχουν – οφείλει να εκφράζεται πάνω στη βάση πολιτικών θέσεων και όχι στην απλή αναπαραγωγή συμβόλων. Κατά τα λοιπά, η νοσταλγία προδίδει και πολιτική οκνηρία: σαν όλα τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο πολιτικός μας χώρος να λύνονταν ως δια μαγείας με την επιστροφή στο ΠΑΣΟΚ. Κάτι δηλαδή σαν rebranding δια του vintage. που θα έλεγαν οι διαφημιστές. Αλλά σήμερα δεν το πολιτικό μάρκετινγκ δεν αρκεί.    

Είναι αυτονόητο πως δεν υπάρχει Κίνημα Αλλαγής χωρίς το ΠΑΣΟΚ. Ο πολιτικός χώρος που επι χρόνια το ΠΑΣΟΚ εκπροσωπούσε αποκλειστικά, χώρος πολύμορφος, διανοητικά ανήσυχος, εξωστρεφής και καινοτόμος, επέλεξε το 2017 να αλλάξει, αναλαμβάνοντας ένα δύσκολο στοίχημα, όχι επιλέγοντας τον εύκολο δρόμο. Ας σεβαστούμε αυτήν την επιλογή, δουλεύοντας για την επιτυχία του Κινήματος Αλλαγής. 

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΑΕΙ: άλλη μια μεταρρύθμιση στα χαρτιάΓιώργος Μπουλμπασάκος: «Κόμματα αρχών, ρεύματα ιδεών»